Archive for πιστη

Οι Αγιογραφίες στην Ορθόδοξη παράδοση

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , on October 20, 2015 by anazhtitis

Το πρώτο πράγμα που θα δει κάποιος μπαίνοντας σε μια Ορθόδοξη εκκλησία είναι οι αγιογραφίες, ακολούθως θα παρακολουθήσει ανθρώπους να «σταυροκοπιούνται» και όλη αυτή η παρατήρηση θα τους προβληματίσει σχετικά με την Ορθόδοξη παράδοση της εκκλησίας.

Με απλές απαντήσεις και εικόνες το άρθρο αυτό θα δώσει απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα:

agiografies-se-orthodoxh-paradosh-1

Τι είναι οι αγιογραφίες;

– Είναι εικόνες ανθρώπων που αγίασαν και τους σεβόμαστε. Είναι ήρωες και εμπνευστές για τους ορθόδοξους πιστούς.

– Συναντώντας μια ορθόδοξη αγιογραφία οι πιστοί κάνουν το σημείο του Σταυρού και προσκυνούν την εικόνα.

Διαβάστε εδώ ένα άρθρο για την αγιογράφιση του Ναού του Ταξιάρχη με θαύματά του από τον Άρχοντα αγιογράφο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας Κων/νο Ξενόπουλο. 

Επίσης διαβάστε εδώ για την γλώσσα των αγίων εικόνων

agioi-anarghroi-www.artionrate.com

Πρώτη επαφή με τις αλήθειες τις πίστης

Οι εικόνες αποτελούν για όλους ανεξαιρέτως τους Ορθοδόξους, την πρώτη επαφή με τις αλήθειες της πίστης. Μια αγιογραφία βρισκόταν πάντα πάνω από το παιδικό κρεβάτι, ένα καντήλι φώτιζε τα βράδια το εικονοστάσι, πάνω σε αγιογραφημένες μορφές αγίων στηλώθηκαν τα μάτια μας την ώρα της προσευχής. Δεν νοείται Ορθοδοξία χωρίς ορθόδοξη αγιογραφία. Μια μόνο μέρα εορτάζεται η Ορθοδοξία και αυτή συνδέεται με τις άγιες εικόνες.

Εικόνα: Αγιογραφία Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού φιλοτεχνημένο από αγιογράφους μοναχούς της Καλύβης «Άγιοι Μακάριοι» στο Άγιον Όρος. Περισσότερες πληροφορίες εδώ

Διαβάστε εδώ ένα άρθρο για τη Θεολογία της εικόνας   

xristos-pantokratoras-www.artionrate.com

Έκφραση δογματικών αληθειών

Για τους Ορθοδόξους η απεικόνιση του Χριστού και των Αγίων εκφράζει θεμελιώδεις δογματικές αλήθειες:

– Την είσοδο του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία

– Τον εξαγιασμό της ύλης και του ανθρωπίνου σώματος

– Την δυνατότητα αναγωγής από την υλική εικόνα στο άυλο πρωτότυπο

Ο ρόλος των αγιογραφιών στην βίωση των αληθειών της πίστης είναι πολύ σημαντικός. Η Ορθοδοξία πάντα υπήρξε και υπάρχει ως δύναμη απελευθέρωσης του ανθρώπου από την αμάθεια.

Εικόνα: Αγιογραφία Χριστού Παντοκράτωρα από τους αγιογράφους μοναχούς στο κελί των «Αγίων Μακαρίων» στο Άγιον Όρος. Γνήσιο μοναστηριακό προϊόν του Αγίου Όρους η αγιογραφία αυτή είναι στολισμένη με φύλλα χρυσού 22Κ στο ένσταυρο φωτοστέφανο. Διαβάστε περισσότερα για τις αποχρώσεις και την ανάλυση της εικόνας εδώ.

agiografies-se-orthodoxh-paradosh-2

Εκκλησία: το κοινό ιατρείο των ψυχών

«Δεν έχω βιβλία, δεν έχω ελεύθερο χρόνο για να διαβάσω, μπαίνω στο κοινό ιατρείο των ψυχών, την Εκκλησία, ενώ με πνίγουν λογισμοί σαν τα αγκάθια. Με τραβάει για να δω η ομορφιά της ζωγραφικής και σαν κήπος με λουλούδια ευχαριστεί την όρασή μου και χωρίς να το καταλάβω βάζει μέσα στην ψυχή μου τη δοξολογία του Θεού… Είδαν οι Απόστολοι τον Κύριο με τα σωματικά τους μάτια και τους Αποστόλους τους είδαν άλλοι και τους μάρτυρες άλλοι. Ποθώ κι εγώ να τους βλέπω και με την ψυχή και με το σώμα και να τους έχω σαν φάρμακο που διώχνει μακριά το κακό.»

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

agiografies-se-orthodoxh-paradosh-3

Ποια η σημασία της ορθόδοξης παράδοσης;

– Η ζώσα παράδοση της Ορθοδοξίας, όπως την αποκαλούν οι πατέρες στο Άγιον Όρος, δίνει ζωή. Είναι η παράδοση της Ορθόδοξης οικογένειας σε όλο τον κόσμο η οποία είναι ζωντανή εδώ και 2,000 χρόνια.

– Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, η θαυματουργία μιας εικόνας συνδέεται και με την ευσέβεια του αγιογράφου που την ιστόρησε.

– Ένα θαύμα αποτελεί καρπό της συνάντησης της πίστης με την παντοδυναμία και την αγάπη του Θεού.

Πηγή: http://www.artionrate.com

Advertisements

Ενώπιον του θανάτου

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , on September 18, 2015 by anazhtitis

cf84cebfcf80ceb9cebf-ceb1ceb8cf89cebdcebfcf83

Ο άγιος Κυπριανός με το παρακάτω κείμενό του, μας δείχνει τον Χριστιανικό τρόπο θεώρησης του θανάτου. Όχι με απελπισία, αλλά με προσμονή και ανυπομονησία. Γιατί ποιος ευλογημένος άνθρωπος, δεν θα σπεύσει με χαρά να αντικρύσει τον Κύριό Του το συντομότερο;

Δεν πρέπει να θλιβώμεθα, αγαπητοί χριστιανοί από την εκδημία των αδελφών μας προς τον Θεό, αφού γνωρίζομε καλά ότι δεν έχουν χαθή, αλλ’ ότι απλώς προηγούνται από εμάς. Ξέρομε πράγματι ότι δεν μας εγκαταλείπουν παρά για να προπορευθούν, όπως κάνουν συχνά οι ταξιδιώτες και οι ναυτικοί. Μπορούμε να λυπούμεθα, χωρίς όμως να θρηνούμε την απώλειά τους.

Ο απόστολος Παύλος, μέμφεται κάθε άνθρωπο που δοκιμάζει θλίψι με τον θάνατο των δικών του, τον επιπλήττει και μάλιστα τον κατηγορεί: «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει (θα φέρη) συν αυτώ» (Α’ Θεσσ., δ’ 13-14). Πράγμα που σημαίνει ότι αυτοί που θλίβονται για τον θάνατο των δικών τους, είναι πράγματι αυτοί που δεν έχουν ελπίδα.

Επομένως, εμείς που ζούμε με την ελπίδα και πιστεύομε στον Θεό, εμείς που έχομε την πεποίθηση ότι ο Χριστός υπέφερε για εμάς και ανέστη, που έχομε αναγεννηθή δι’ Αυτού και εν Αυτώ, γιατί θλιβόμεθα τόσο με την εκδημία των δικών μας, σαν να ήσαν χαμένοι δια παντός, αφού ο ίδιος ο Χριστός, ο Κύριός μας, μας ενισχύει με αυτούς τους λόγους: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή· ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιω. ια΄, 25-26). Εάν, λοιπόν, πιστεύομε στον Ιησού Χριστό, εάν έχομε εμπιστοσύνη στους λόγους και στις υποσχέσεις Του, δεν θα πεθάνομε ποτέ.

Ας μην λησμονούμε ότι ο θάνατος δεν είναι μία τελική έξοδος, αλλά ένα πέρασμα, μια πρόσκαιρη πορεία προς την αιωνιότητα. Ποιος δεν θα βιαζόταν να φθάση σε μία ζωή καλύτερη; Ποιος δεν θα ήταν ανυπόμονος να αλλάξη μορφή, να μεταμορφωθή κατ’ εικόνα Χριστού και να πλησιάση το ταχύτερον στην ουράνια ευγένεια και δόξα, όπως το κηρύσσει ο απ. Παύλος: «Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού» (Φιλ. Γ΄, 20).

Όπως μαρτυρεί το βιβλίο της Γενέσεως, ο Ενώχ αρπάχθηκε από την ζωή, αυτός που είχε την εύνοια του Θεού: «Ευηρέστησεν Ενώχ τω Θεώ, και ουχ ευρίσκετο, ότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός» (Γεν. ε΄, 24). Δια μέσου του Σολομώντος, το άγιον Πνεύμα μας διδάσκει ομοίως ότι, αυτοί που ευαρεστούν στον Θεό, καλούνται πρόωρα από την ζωή και ελευθερώνονται γρηγορώτερα από τον κόσμο· από φόβο μήπως, η πολύ μεγάλη παραμονή στην γη, συμβή να τους φθείρη: «Ηρπάγη, μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού. Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού· δια τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας» (Σοφ. Σολ. Ιδ΄, 11-14).

Ευρίσκομε ακόμη μέσα στους Ψαλμούς το παράδειγμα του Δαυίδ, μιας ψυχής αφοσιωμένης στον Θεό με την πίστη την πνευματική, που σπεύδει με βιασύνη προς τον Κύριο: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» (Ψαλμ. Πγ΄, 2).

Είναι ίδιον εκείνου που ο κόσμος γοητεύει, που αφήνεται να πλανηθή από τα απατηλά θέλγητρα του κόσμου, να επιθυμεί να παραμείνει επί μακρόν στην ζωή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όμως, μας υποχρεώνει ζωηρά να μη προσηλωνόμεθα στον κόσμο, υπακούοντες στις σαρκικές επιθυμίες μας, και μας παροτρύνει με αυτούς τους λόγους: «Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω· εάν τις αγαπά τον κόσμον, ουκ έστιν η αγάπη του Πατρός εν αυτώ· ότι παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου, ουκ έστιν εκ του Πατρός, αλλ’ εκ του κόσμου εστί. Και ο κόσμος παράγεται (παρέρχεται) και η επιθυμία αυτού· ο δε ποιών το θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα» (Α΄ Ιω. Β΄, 15-17).

Ας είμεθα μάλλον έτοιμοι να υπακούσωμε στις βουλές του Θεού, ισχυροί με μια ψυχή ευθεία και ειλικρινή, με μια πίστη ακλόνητη και ένα θάρρος σταθερό, και ας μη θλιβώμεθα από τον θάνατο αυτών που μας είναι αγαπητοί. όταν σημάνει η ώρα, να καλέσει και εμάς ο Θεός, ας βαδίσωμε προς Αυτόν χωρίς δισταγμό, χωρίς βαρυθυμία.

Αν οι δούλοι του Θεού όφειλαν, σε κάθε εποχή, να συμμορφώνονται με αυτόν τον κανόνα, η τήρησίς του τώρα έχει γίνει μία αναγκαιότητα. Ο κόσμος, πράγματι, επιταχύνει τον όλεθρό του και βρίσκεται πολιορκημένος από πλήθος συμφορών που τον φθείρουν, εις τρόπον ώστε εμείς που έχομε συνείδηση των κακών, που τον έχουν ήδη προσβάλλει σφοδρώς και που γνωρίζομε ότι γεγονότα ακόμη βαρύτερα τον απειλούν, συμπεραίνομε χωρίς κόπο ότι, το μεγαλύτερο συμφέρον για εμάς τους Χριστιανούς είναι να αποσυρθούμε, το γρηγορώτερον, από την γη εδώ.

Και δεν πρέπει, αγαπητοί αδελφοί μου, να λησμονούμε ότι, έχομε ήδη αποχωρισθεί από τον κόσμο και ζούμε εδώ κάτω «ως πάροικοι και παρεπίδημοι» – σαν ξένοι και περαστικοί – (Α΄ Πέτρ. β΄, 11), σαν ταξιδιώτες. Ευλογημένη η ημέρα, που έχει ορίσει στον καθένα την πραγματική του κατοικία και που, αφού μας αποσπάσει από αυτόν τον κόσμο και μας απαλλάξει από τα δεσμά του, μας μεταφέρει στον Παράδεισο και στην Βασιλεία των Ουρανών. Τι γλυκύτητα να πεθαίνεις χωρίς φόβο! Τι μακαριότητα βαθειά και ατελείωτη, να ζεις μέσα στην αιωνιότητα!

Ποιος είναι αυτός που δεν θα έσπευδε να ξαναφθάσει στην πατρίδα του, μετά από ένα διάστημα παραμονής στην ξενιτιά; Πατρίδα μας είναι ο παράδεισος και εξ αρχής είχαμε τους Πατριάρχες για πατέρες. Γιατί, λοιπόν, δεν σπεύδομε ν’ αντικρύσωμε την πατρίδα μας;

Εκεί ευρίσκεται ο ένδοξος χορός των Αποστόλων, η ζωογόνος πληθύς των Προφητών, η αναρίθμητη στρατιά των Μαρτύρων, στεφανωμένων για τα κατορθώματά τους ενάντια στον εχθρό και τον πόνο, απολαμβάνοντες εκεί τον θρίαμβό των. Εκεί ακτινοβολούν οι παρθένοι, που υπεδούλωσαν με αξιέπαινες προσπάθειες την φιληδονία της σαρκός. Εκεί, τέλος, ανταμοίβονται οι άνθρωποι που επέδειξαν ευσπλαχνία και οίκτο, που πολλαπλασίασαν τις ελεήμονες πράξεις τους συντρέχοντες, σαν βοηθοί, στις ανάγκες των πτωχών και, πιστοί στα παραγγέλματα του Κυρίου, κατάφεραν να ανυψωθούν από τα γήινα αγαθά στους θησαυρούς τους ουράνιους.

Ας βιαστούμε λοιπόν, να τους συναντήσωμε και να παρουσιασθούμε ενώπιον του Κυρίου, και ο Χριστός μας ας διαγνώσει τον πόθο της πίστεως και της ψυχής μας· Αυτός, ο Οποίος απονέμει την ύψιστη ανταμοιβή της δόξης Του σε αυτούς, που τον έχουν ποθήσει με την πιο μεγάλη θέρμη της καρδιάς τους.

Αγίου Κυπριανού Καρθαγένης

http://xristianos.gr/

Αγία Σοφία και οι τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , on September 17, 2015 by anazhtitis

agia-sofia

Βιογραφία

Η Αγία Σοφία και οι τρεις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού (117 – 138 μ.Χ.). Οι τρεις θυγατέρες της Αγίας Σοφίας, πήραν τα ονόματα τους από το χωρίο της Καινής Διαθήκης: «νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.» ( Α’ Κορινθίους. 13:13).
Η Αγία Σοφία, τίμια και θεοσεβής γυναίκα, γρήγορα χήρεψε και με τις τρεις κόρες της ήλθε στη Ρώμη. Εκεί καταγγέλθηκαν ως φημισμένες χριστιανές. Τότε ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε ότι οι τέσσερις γυναίκες ήταν χριστιανές και διέταξε να τις συλλάβουν.

Αφού απομόνωσαν τη μητέρα, άρχισαν να ανακρίνουν τις κόρες. Πρώτη παρουσιάστηκε στο βασιλιά η δωδεκάχρονη Πίστη. Με δελεαστικούς λόγους ο Ανδριανός προσπάθησε να πείσει την Πίστη να αρνηθεί το Χριστό και θα της χορηγούσε τα πάντα, για να ζήσει ευτυχισμένη ζωή, αλλά αντιμετώπισε το άκαμπτο φρόνημα της νεαρής. Τα λόγια της Αγίας Γραφής αποτέλεσαν δυναμική απάντηση της Πίστης: «ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ» (Γαλ. 2: 20) δηλαδή «ζω εμπνεόμενη από την πίστη μου στον Χριστό, που με αγάπησε και έδωσε τον εαυτό Του για τη σωτηρία μου». Τότε, μετά από βασανιστήρια, την αποκεφάλισαν.

Επίσης με τα λόγια της Αγίας Γραφής απάντησε και η δεκάχρονη Ελπίδα, όταν τη ρώτησαν αν αξίζει να υποβληθεί σε τέτοια βασανιστήρια: «ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν» (Α΄ Τιμοθ. 4:10). Δηλαδή, «ναι, διότι έχουμε στηρίξει τις ελπίδες μας στον ζωντανό Θεό, που είναι σωτήρ όλων των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των πιστών». Αμέσως τότε και αυτή αποκεφαλίστηκε.

Αλλά δεν υστέρησε σε απάντηση και η εννιάχρονη Αγάπη. Είπε ότι η ύπαρξή της είναι στραμμένη «εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὴν ὑπομονὴν τοῦ Χριστοῦ» (Β’ Θεσσαλ. 3: 5). Βέβαια δεν άργησαν να αποκεφαλίσουν και αυτή.
Περήφανη για τα παιδιά της η Σοφία, ενταφίασε με τιμές τις κόρες της και παρέμεινε για τρεις μέρες στους τάφους τους, παρακαλώντας το Θεό να την πάρει κοντά του. Ο Θεός άκουσε την προσευχή της και η Σοφία παρέδωσε το πνεύμα της δίπλα στους τάφους των παιδιών της.

ix-0115---300

Στο γνήσιο αυτό αντίγραφο ρώσικης εικόνας του 16ου αιώνα η Αγία Σοφία εικονίζεται με τις τρείς αγαπημένες τις κόρες Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη. Το μοναδικό αυτό έργο βυζαντινής τέχνης που είναι στολισμένο με φύλλα χρυσού 22Κ έχει φιλοτεχνηθεί από αγιογράφο – μοναχό στο Κελί Άγιοι Μακάριοι του Αγίου Όρους.

Ἀπολυτίκιον

http://www.saint.gr

Διαβάστε επίσης εδώ για τις Οικογένειες των Αγίων.

Περί φόβου Θεού

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , , , , on June 25, 2015 by anazhtitis

Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού (+2009) 

klironomoi_tis_vasileias_tou_theou

Στο λογικό, με το οποίο ο άνθρωπος προικίσθηκε από τον Θεό, υπάρχει το στοιχείο της φυσικής γνώσεως, το οποίον ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Το ιδίωμα αυτό δεν χάθηκε με την πτώση, αλλά με αυτό ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει το νόημα και το σκοπό της φύσεώς του, όπως και της υπόλοιπης κτίσεως και να φθάσει στην πίστη. Εάν δεν φθαρούν τα διανοήματά του από λανθασμένες κοσμοθεωρίες των «κατεφθαρμένων τον νουν» ανθρώπων και ακολουθήσει την ορθή πορεία της πίστεως προς τον Δημιουργό Θεό, θα εφαρμόσει στη ζωή του τα κεντρικότερα σημεία της, από τα οποία θα γεννηθεί ο θείος φόβος.

Ο φόβος αυτός είναι γέννημα της θείας χάριτος και αποτελεί τρόπον τινά έλλαμψη ή αντανάκλαση της πίστεως. Δεν πρόκειται περί ψυχολογικού φόβου ούτε έχει τίποτε κοινό με την δειλία ή την προκατάληψη. Ο θείος φόβος είναι ένας στη φύση του, παρουσιάζεται όμως με διάφορες μορφές, την κυριότερη των όποιων προσπαθούμε να περιγράψουμε. Βάση του είναι η πίστη προς τον Θεό. Ξεκινώντας απ’ αυτή ανακαλύπτουμε στον εαυτόν μας τη φρικτή άρνηση και αποστασία, με τις οποίες προδώσαμε την πατρική του αγάπη. Όποιος βιώνει την θεωρία αυτή δέχεται μέσα του την ενέργεια του θείου φόβου. Όταν η ιερά αυτή ενέργεια αρχίσει να λειτουργεί, τότε παραμερίζεται ο γήινος φόβος και όλα τα συνακόλουθά του. Ζωντανό παράδειγμα της ενέργειας του θείου φόβου είναι οι απ’ αιώνος δίκαιοι, οι οποίοι με τόλμη ανελάμβαναν τα θλιβερά και επίπονα έργα, προκειμένου να τηρήσουν την εντολή του Θεού, την οποίαν υπεδείκνυε σ’ αυτούς ο θείος φόβος. Προς αποφυγή των αιτίων της αμαρτίας απεσύροντο στην έρημο, όπως εξακολουθεί και τώρα να γίνεται, μεταξύ των θηρίων και των ληστών, μετά στερήσεων και απρόβλεπτων κινδύνων κατά τον ύμνο του Παύλου:«Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, πέρασαν δοκιμασίες,…-ο κόσμος δεν ήταν άξιος να έχει τέτοιους ανθρώπους-πλανήθηκαν σε ερημιές και βουνά, σε σπηλιές και τρύπες της γης» (Εβρ. 11, 37-38).

p56-pavlos-(56k74b-pav-40)

Με αυτή την αυτοκαταδίκη τους, η οποία υπερβαίνει την ανθρώπινη φαντασία παρεδίδοντο ελεύθεροι στον άμεσο καρπό του θείου φόβου, το μακάριο πένθος, το προκαλούμενο από την αίσθηση του χωρισμού από τον αγαπημένο Θεό. Πώς μπορεί ο υλικός κόσμος της φιλαυτίας και απιστίας να εννοήσει τον λόγο διά τον οποίον οι θεοφιλείς καταφρονούν όλα τα κοσμικά και θρηνούν, όπως οι μητέρες στους τάφους των αγαπημένων παιδιών τους; Πόσον βαθειές είναι οι ρίζες του κακού! Είναι αδύνατο να εκριζωθούν μόνο με την ανθρώπινη δύναμη. Όσοι δεν γνώρισαν το μυστήριο της χάριτος, ουδέποτε θα κατανοήσουν το πνεύμα των θεοφοβούμενων.

Στον Θεό δεν υπάρχει μεροληψία. Η χάρις παρέχεται μόνον σε όσους πιστεύουν σ’ Αυτόν και παραδίδουν τούς εαυτούς τους στην κηδεμονία της προστασίας του. Από τη δωρεά της αγάπης του Θεού πηγάζουν τα δάκρυα, τα οποία είναι βλαστήματα της θείας αγάπης. Τα δάκρυα πάλιν αυξάνουν την αγάπη, και αν δεν επέλθει διακοπή αυτής της ιεράς ενέργειας, τότε επέρχεται μέθη, όπως χαρακτηρίζει την κατάσταση αυτή ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος. Είναι η μέθη από την οποία ποτίσθηκαν τα νέφη των Προφητών, των Αποστόλων, των μαρτύρων και γενικώς όλων εκείνων τους οποίους αριθμεί ο μέγας Παύλος λέγοντας ότι δεν τους χώρισε από τον Χριστό «θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα»( Ρωμ. 8, 35.), «ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε άλλες ουράνιες δυνάμεις ούτε παρόντα ούτε μελλοντικά ούτε κάτι άλλο είτε στον ουρανό είτε στον άδη ούτε κανένα άλλο δημούργημα» ( Ρωμ. 8, 38-39), αλλά ολοψύχως έψαλλαν, «για σένα πεθαίνουμε όλη την ημέρα. Μας μεταχειρίζονται σαν πρόβατα που τα πάνε για σφαγή. Εμείς όμως βγαίνουμε νικητές απ’ όλες τις δυσκολίες με τη βοήθεια του Χριστού που μας αγάπησε»( Ρωμ. 8, 36-37.).

«Τί έχεις που να μην το έλαβες;»(Α’ Κορ. 4, 7). Κάθε δώρο της χάριτος μοιάζει προς φλόγα της θείας αγάπης. Για να γίνει η καρδία δεκτική της θείας αυτής φλόγας, πρέπει να αποδείξει εμπράκτως την αυταπάρνησή της με καρτερία στους ποικίλους πειρασμούς, οι οποίοι κατ’ ουσίαν ουδέν άλλο επιδιώκουν, παρά να μας αποδείξουν απίστους προς τον αγαπημένο μας Χριστό. Μεταξύ των δωρεών της χάριτος και του αγώνος της πίστεως υπάρχει κάποια αντιστοιχία. Όσοι ακολουθούν τον δρόμο των εντολών του Χριστού αναγεννώνται πνευματικά, μεταμορφώνονται. Αυτό δεν γίνεται σε όλους εξίσου, αλλά ανάλογα με το ζήλο τους. Συσταυρώνονται μετά του Ιησού Χριστού και η θεία Χάρις τους εξομοιώνει με το πρόσωπο αυτό της αγάπης τους. Εδώ βρίσκεται η θεολογία του σταυρού, τον οποίον ο Παύλος εξυμνεί ως φως της θείας αγάπης.

p34-pantokrator-(34k15l-pan-55)

Επαναλαμβάνω την σπουδαιότητα του θείου φόβου ως πρωταρχικού θεμελίου και βάσεως της μετανοίας. Ο νηπτικώτατος των παλαιών μας Πατέρων αββάς Ισαάκ λέγει για το θεμέλιο αυτό τα εξής: «Ο φόβος του Θεού είναι αρχή της αρετής. Λέγεται δε ότι είναι γέννημα της πίστεως, και σπείρεται μέσα στην καρδιά, όταν αποχωρισθεί η διάνοια από τον περισπασμό του κόσμου, και μαζέψει τις σκέψεις της, που διασκορπίζονται από τον μετεωρισμό…»

Αββά Ισαάκ, Λόγος Α’, Ασκητικός, Περί αποταγής και μοναχικής πολιτείας

http://www.pemptousia.gr

 

Δόγμα και ήθος, πίστη και έργα (Μέρος Β΄)

Posted in Uncategorized with tags , , , , on March 29, 2015 by anazhtitis

Screen-shot-2015-03-04-at-2.03.08-AM-600x380

Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός († 2009)

Υπάρχει όμως κι ένας άλλος πιο σπουδαίος λόγος, που επιβάλλει την προς τον Θεό υπακοή του ανθρώπου. Είναι «η καθ’ υπερβολήν οδός» προς την εφαρμογή του θείου θελήματος· η ανταπόκριση δηλαδή στην αγάπη του Θεού Πατέρα, ο οποίος «τόσο πολύ αγάπησε τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στο θάνατο τον μονογενή του Υιό»(Ιω. γ’ 16) και ο οποίος «πρώτος μας αγάπησε» (Α’ Ιω. δ’ 19). Η θεληματική υποταγή στις θείες εντολές είναι, λοιπόν, απαντητική εκδήλωση στην ανιδιοτελή αγάπη του Θεού.

Ο πιο πρακτικός τρόπος να ανταποδώσουμε αγάπη στην αγάπη του Θεού είναι αυτός που μας δείχνει ο Ιησούς μας: «Αν με αγαπάτε, θα τηρήσετε τις εντολές μου»· και πάλιν «εκείνος που κρατά τις εντολές μου και τις εκτελεί, αυτός με αγαπά· και αυτός που με αγαπά θ’ αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτόν μου…Όποιος με αγαπά θα τηρήσει το λόγο μου. Κι ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει, και θα έρθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του. Αυτός που δεν με αγαπά δεν ακολουθεί τα λόγια μου. Τα λόγια όμως που ακούτε δεν προέρχονται από μένα, αλλά από τον Πατέρα που μ’ έστειλε»(Ιω. ιδ’ 15-24). Μετά από τη σαφή αυτή θέση, δεν πρέπει να υπάρχουν επιφυλάξεις όσον αφορά την πρακτική πλευρά της ζωής του πιστού.

Η αγαπητική αυτή διάθεση του Θεού προς τα κτίσματά Του, και ιδιαίτερα προς τον άνθρωπο, αποτελεί το συγκλονιστικότερο για την κτίση γεγονός της θείας αποκαλύψεως. Η μέριμνα για τη δημιουργία, η πρόνοια για τη συντήρηση των όντων, και μετά η «κένωση» του Θεού Λόγου για τη σωτηρία του πεπτωκότος ανθρώπου, δεν είναι άλλο παρά μια αδιάλειπτη κοινωνία αγάπης του Θεού προς τα κτίσματά Του. Τί άλλο λοιπόν είναι δυνατόν να επιβάλλει την ανταπόκριση των κτισμάτων προς τον Πλάστη, εκτός από την αγάπη; «Με το μέτρο που μας μετρήθηκε, ας ανταποκριθούμε και εμείς».

Από αυτά προκύπτει το συμπέρασμα ότι η υπακοή στο θείο θέλημα δεν είναι πλέον υπόθεση ελεύθερης επιλογής της προαιρέσεως, αλλά καθήκον επιτακτικό του οποίου η παράβαση ανατρέπει τον όρο της σωτηρίας. Η δημιουργία μας από το μηδέν και η αναδημιουργία μας διά του Σταυρού και της Αναστάσεως κατέστησε τον Θεό διπλό Κύριό μας, ώστε, σύμφωνα με τον Παύλο, «δεν ζει κανείς για τον εαυτό του, αλλά γι’ αυτόν που πέθανε και αναστήθηκε γι’ αυτόν»(πρβλ. Β’ Κορ. ε’ 15). Αυτή την αρχή παραβιάσαμε ιδιαίτερα στις μέρες μας, επηρεασμένοι από τα δυτικά ρεύματα του ορθολογισμού και χάσαμε τον προσανατολισμό μας και κατευθύναμε τις προσπάθειές μας σε ιδιοτελείς ή λανθασμένους στόχους και σκοπούς. «Όσοι δεν λογαριάζουν ότι είναι υπόχρεοι να τηρούν όλες τις εντολές του Χριστού—λέει ο άγιος Μάρκος ο ασκητής— αυτοί διαβάζουν σωματικά το νόμο του Θεού, και δεν εννοούν μήτε εκείνα που λένε, μήτε εκείνα για τα οποία δίνουν διαβεβαιώσεις. Γι’ αυτό και νομίζουν ότι τάχα εκπληρώνουν το νόμο με τα έργα τους».

***

Η υπακοή του ανθρώπου προς τον Θεό επαναφέρει την ισορροπία στη διασαλευθείσα σχέση τους όπως και πριν από την πτώση, όπου ο άνθρωπος γευόταν τη θεία Χάρη που προερχόταν από τον Θεό, την κυριότητα του οποίου αναγνώριζε και στην οποίαν υποτασσόταν. Αφού παρέβηκε ο άνθρωπος την εντολή, πράγμα που αποτελούσε σημείο διακοπής της αγάπης του προς τον αγαπώντα Θεόν, στερήθηκε τη θεία Χάρη και όλα συγχρόνως τα καλά και υπέκυψε στο θάνατο. Η «κένωση» του Θεού Λόγου επανέφερε την ισορροπία. Επαναπροσλήφθηκε ο άνθρωπος από τον Θεό, έγινε δι’ Αυτού νικητής του θανάτου και της φθοράς, ικανός να αντιμετωπίζει τον εχθρό διάβολο και να επιτύχει τον αρχικό του προορισμό .

Να τι λέει σχετικά και ο Μέγας Αθανάσιος: Μετά την ενανθρώπηση του Χριστού «οι άνθρωποι δεν μένουν πλέον εξαιτίας των παθών τους αμαρτωλοί και νεκροί, αλλά αφού αναστήθηκαν με τη δύναμη του Λόγου, μένουν πάντοτε αθάνατοι και άφθαρτοι. Διότι δεν πεθαίνουμε πια ως απόγονοι του Αδάμ, διότι η γέννησή μας και όλη η σωματική μας ασθένεια προσλήφθηκε από το Λόγο και έτσι σηκωνόμαστε από τη γη, επειδή καταργήθηκε η κατάρα εξαιτίας της αμαρτίας από Αυτόν που έγινε κατάρα για εμάς… Όπως όλοι πεθαίνουμε ως γήινοι απόγονοι του Αδάμ, έτσι αποκτούμε τη ζωή του Χριστού αφού αναγεννηθήκαμε με το μυστήριο του βαπτίσματος. Η σάρκα μας χριστοποιήθηκε εξαιτίας του Θεού Λόγου, που έγινε άνθρωπος για εμάς».

Αφού λοιπόν ο Θεός μας έσωσε διά του Υιού του, μας έδωσε νέες εντολές, τις οποίες απαιτεί να τηρούμε, σαν το πρακτικό δείγμα της από μέρους μας ανταγαπήσεως. Έτσι, ανταγαπώντες τον Θεό που μας αγάπησε δεχόμαστε τις ενέργειες της θείας του Χάριτος που είναι το παν για μας. Η πρώτη αφορμή της πτώσεως και καταστροφής μας δεν ήταν η άρνηση της προσωπικότητας του Θεού· δεν αρνήθηκε ο Αδάμ τον Θεό, την εντολή αρνήθηκε. Τώρα εμείς τηρούμε τις εντολές για να ζήσουμε. Εξ άλλου, ο Κύριός μας Ιησούς, μας πληροφόρησε ότι την αγάπη μας γι’ Αυτόν μόνο με την τήρηση των εντολών μπορούμε να αποδείξουμε: «Αν τηρήσετε τις εντολές μου —λέει— θα μείνετε πιστοί στην αγάπη μου, όπως εγώ τήρησα τις εντολές του Πατέρα μου και γι’ αυτό μένω πιστός στην αγάπη του»(Ιω. ιε’ 10). Δεν θα μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε το νόημα της θείας αποκαλύψεως με άλλο τρόπο παρά μόνο με την πίστη και την αγάπη και, κατά συνέπεια, την υπακοή στο θείο θέλημα που εκφράζεται με τις θείες έντολές. Με λίγα λόγια, ο προορισμός του ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο παρά να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό και να τηρεί τις εντολές του. Πόσο θα ωφελούσε αυτό τον κόσμο αν γινόταν πανανθρώπινη συνείδηση!

Η μεν απόφαση του Θεού, να παραδώσει τον μονογενή Υιόν του για εμάς, φανερώνει την άπειρη αγάπη Του προς τον άνθρωπο. Ο δε ενανθρωπήσας Χριστός, με τον πανάρετό του βίο, μας δίδαξε πρακτικά τον τρόπο της επανόδου στους Πατρικούς κόλπους. Να τι λέγει και ο μέγας φωστήρας της Εκκλησίας, άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Ο φιλάνθρωπος Θεός έγινε άνθρωπος για να συγκεντρώσει την ανθρώπινη φύση στον εαυτό Του και να την σταματήσει από το να φέρεται άσχημα στον εαυτό της, ή μάλλον να επαναστατεί εναντίον του εαυτού της και να έχει κομματιαστεί και να μη σταματά ποθενά εξαιτίας της άστατης κινήσεως της προαιρέσεώς της γύρω από κάθε πράγμα».

Με την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως από τον θείο Λόγο αποκτήσαμε τη συγγένεια με τον Θεό και κληρονομήσαμε όλη τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτό είναι η ολοκλήρωση της προσωπικότητάς μας και η δυνατότητα της ομοιώσεως με τον Θεό, που είναι και ο σκοπός της δημιουργίας μας. Τα ίδια λέει και ο Μέγας Αθανάσιος σ’ ένα λόγο του κατά Αρειανών: «Ο Λόγος έγινε άνθρωπος, για να κάνει τον άνθρωπο δεκτικό της θεότητας». Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο επιβάλλεται η υποταγή μας στον Θεό από αγάπη.

***

Αφού λοιπόν ενωθεί ο άνθρωπος διά των μυστηρίων με τον Χριστό και γίνει μέλος του Σώματός Του, της Εκκλησίας, δεν οφείλει πια να κρατήσει με συνέπεια αυτή τη θέση που του χαρίσθηκε, αφού έγινε «ένα με τον Χριστό»; Πώς είναι δυνατόν πλέον το τίμιο μέλος του Σώματος του Χριστού που ενώθηκε από αγάπη μαζί του, να δουλεύει στην αμαρτία; Ή ακόμη, πώς να αντιστέκεται κατά της αμαρτίας μόνον από φόβο και να μη την αποστρέφεται από αγάπη προς τον Χριστό; Και πόσο πλέον φυσιολογικά πρέπει να φρονεί «τα ουράνια», σύμφωνα με το λόγο του Παύλου; «Αφού, λοιπόν, αναστηθήκατε μαζί με τον Χριστό, να επιδιώκετε τα αγαθά που βρίσκονται στον ουρανό, εκεί που κάθεται ο Χριστός στα δεξιά του Θεού· οι σκέψεις σας να είναι στραμμένες προς αυτά κι όχι τα γήινα πράγματα. Γιατί πεθάνατε μαζί με τον Χριστό κι η ζωή σας είναι κρυμμένη μαζί με τον Χριστό στο Θεό» (Κολ. γ’ 1-3).

Η ένωση του Θεού Λόγου με τη δική μας ανθρώπινη φύση δεν αφήνει κανένα περιθώριο σκέψεως και αμφιβολίας για το τι ο άνθρωπος πρέπει να προτιμήσει, και για το ότι πρέπει να έλκεται σαν από δυνατό μαγνήτη από τη θεία αγάπη και να οδηγείται στην ακριβή μίμηση της ζωής του Χριστού. Έτσι, θα δέχεται τις επαγγελίες του Θεού όχι με ιδιοτέλεια, αλλά θα ανταποκρίνεται αγαπητικά προς τον «Χριστό που μας αγάπησε ολοκληρωτικά», ο οποίος προσευχόμενος στον Πατέρα έλεγε: «Εγώ είμαι ενωμένος μαζί τους κι εσύ ενωμένος μαζί μου, ώστε ν’αποτελούν μια τέλεια ενότητα, κι έτσι ο κόσμος να το καταλαβαίνει ότι μ’ έστειλες εσύ κι ότι τους αγάπησες όπως αγάπησες εμένα. Πατέρα, αυτοί που μου έδωσες θέλω όπου είμαι εγώ να είναι κι εκείνοι μαζί μου, για να μπορούν να βλέπουν τη δόξα τη δική μου»(Ιω. ιζ’ 23-24).

Με την πρόσληψή μας από τον Χριστό και την ανακαίνιση της φύσεώς μας, παραμερίστηκαν και τα αίτια της διαιρέσεως και των αντιθέσεων των ανθρώπων και μπήκε το θεμέλιο της αληθινής ενώσεως και αδελφοσύνης. Εφ’ όσον οι πιστοί διά της Χάριτος ενώνονται σε ένα Σώμα, το Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, δεν μπορούν να υπάρχουν διακρίσεις. Την ενότητα αυτή δημιουργεί η αγάπη του Θεού που είναι ο ίδιος αυτοαγάπη. Να τι λέει σχετικά ο θεολόγος Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Αγαπητοί, ας αγαπάμε ο ένας τον άλλο, γιατί η αγάπη προέρχεται από τον Θεό. Όποιος αγαπά δείχνει ότι έχει αναγεννηθεί από τον Θεό και ότι γνωρίζει τον Θεό. Όποιος δεν αγαπά δεν γνώρισε τον Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη»(Α’ Ιω. δ’ 7-8). Και καταλήγει: «αγαπητοί, αν ο Θεός έτσι μας αγάπησε, οφείλουμε κι εμείς ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλο»(Α’ Ιω. δ’ 11).

***

Την οδό αυτή προς την τελειότητα, τη διδαχτήκαμε και πρακτικά και προφορικά από τον ίδιο τον Χριστό μας. «Να γίνετε, λοιπόν, κι εσείς τέλειοι, όπως τέλειος είναι και ο Πατέρας σας ο ουράνιος», λέει (Ματθ. ε’ 48). Δεν προκαλεί πια αυτή η παρακίνηση ούτε απορία, ούτε δισταγμό, για την υπερβολή που περιέχει, γιατί η συγγένεια με τον Θεό που κληρονομήσαμε διά του σαρκωθέντος Θεού Λόγου εύκολα μας οδηγεί στη Θεομίμηση. Αλλά κι ο Παύλος μας ενθαρρύνει λέγοντας, «Να γίνετε μιμητές μου, όπως έγινα και εγώ του Χριστού» (Α΄ Κορ. ια’ 1).

Είναι φυσικό να διερωτηθεί κανείς, πώς και με ποιό τρόπο θα γίνει αυτό, αφού είμαστε άνθρωποι που φέρουμε την ασθένεια της φύσεώς μας; Η απάντηση είναι· «διά του Χριστού», διά της Χάριτός του, την οποία φορέσαμε κατά την είσοδό μας στην Εκκλησία διά της πίστεως και του βαπτίσματος. Αφού φορέσαμε τον Χριστό διά του βαπτίσματος, έχουμε μέσα μας όλη την Αγία Τριάδα, διότι είναι αχώριστα τα πρόσωπα της μακαρίας Θεότητας. Όλη λοιπόν η Χάρη του Αγ. Πνεύματος βρίσκεται στην καρδία κάθε πιστού και αναμένει την καλή πρόθεσή του για να ολοκληρώσει αυτή το έργο. «Σας έχω δώσει εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκορπιούς και να κυριαρχείτε πάνω σ’ όλη τη δύναμη του εχθρού» (Λουκ. ι’ 19). Όταν λέει «σε όλη» δεν αφήνει κανένα περιθώριο δισταγμού και αδυναμίας.

Με αυτή τη Χάρη σαν πανοπλία πολέμησαν και νίκησαν όλα τα πάθη, τις αδυναμίες και τα σκάνδαλα του εχθρού οι απ’ αιώνος ευσεβείς άνθρωποι. Με αυτή τη θεία Χάρη ολοκλήρωσαν οι άγιοι Απόστολοι την αποστολή τους, οι μάρτυρες την ομολογία τους, οι Ποιμένες της Εκκλησίας το ποιμαντικό τους έργο, οι όσιοι πέτυχαν τον αγιασμό, οι παρθένοι κέρδισαν την αγνότητα και γενικά η ανθρώπινη φύση καταπάτησε διά του Χριστού το θάνατο και έγινε μέτοχος της ζωής και της αναστάσεως. Από αυτή τη Χάρη εμφορούμενος ο Παύλος έλεγε: «Όλα τα μπορώ χάρη στο Χριστό που με δυναμώνει»(Φιλ. δ’ 13). Ο δε Κύριός μας έλεγε για τους πιστούς του, άσχετα σε ποια περίοδο της Εκκλησίας κι αν θα ζούσαν, «τα έργα τα οποία κάνω εγώ, θα τα κάνουν και εκείνοι και ακόμη μεγαλύτερα απ’ αυτά» (Ιω. ιδ’ 12).

Αλλ’ όπως με τη δύναμη του Χριστού όλα τα μπορεί κανείς, έτσι και αντίθετα χωρίς Αυτόν τίποτε απολύτως δεν μπορεί να καταφέρει, όπως κι ο ίδιος ο Χριστός τονίζει: «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε τίποτε να κάνετε» (Ιω. ιε’ 5), και «όποιος δεν είναι με το μέρος μου είναι εναντίον μου, κι όποιος δεν μαζεύει μαζί μου σκορπίζει»(Ματθ. ιβ’ 30). Λόγω ακριβώς του ότι είναι απαραίτητη για μας η ενέργεια της Χάριτός του, πάλι μας παρακινεί λέγοντας: «Μείνετε ενωμένοι μαζί μου· τότε θα είμαι κι εγώ ενωμένος μαζί σας. Όπως η κληματόβεργα δεν μπορεί να καρποφορήσει από μόνη της, αν δεν είναι ενωμένη με το κλήμα, το ίδιο κι εσείς αν δεν μείνετε ενωμένοι μαζί μου. Εγώ είμαι το κλήμα, εσείς οι κληματόβεργες. Εκείνος που μένει ενωμένος μαζί μου κι εγώ μαζί του, αυτός κάνει άφθονο καρπό»(Ιω. ιε’ 4-5).

***

Ασχοληθήκαμε εδώ με τη θεία Αποκάλυψη και προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι η υπακοή στο θείο θέλημα δεν πρέπει να θεωρείται θέμα ελεύθερης εκλογής, αλλά απόλυτου καθήκοντος για τον άνθρωπο. Να πως εκφράζει ο Κύριός μας τον πρακτικό τρόπο του καθήκοντος αυτού: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως εξαιτίας μου χάσει τη ζωή του, θα τη βρει»(Ματθ. ις’ 24-25). Κι επειδή αυτή ακριβώς την οδό βάδισε κι ο Ίδιος για τη σωτηρία μας, επιμένει να την συνεχίσουν και οι πιστοί του: «Και όποιος δεν παίρνει το σταυρό του και δεν με ακολουθεί δεν είναι άξιος για μαθητής μου»(Ματθ. ι’ 38). Η προστακτική αυτή απαίτηση του Ιησού μας δεν καταργεί την ελευθερία μας, ούτε μειώνει τους όρους της αγάπης του, αλλά αποδεικνύει την αδυναμία της φύσεώς μας να επανεύρει τον εαυτό της χωρίς Αυτόν, χωρίς τη βοήθεια της Χάριτός Του. Η εμμονή του στο να ακολουθήσουμε το δρόμο Του ερμηνεύεται θαυμάσια από το υπόδειγμα του αμπελιού, όπου τα κλήματα αν δεν μείνουν στο αμπέλι δεν ζούν, ούτε καρποφορούν.

Σαν τελικό συμπέρασμα, ας επαναλάβουμε τα λόγια του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων: «Ούτε η πίστη χωρίς αγαθά έργα είναι ευπρόσδεκτη στον Θεό, ούτε δέχεται ο Θεός τα έργα τα οποία γίνονται χωρίς την αληθινή πίστη».

(Γέροντος Ιωσήφ, Λόγοι Παρακλήσεως, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 15, σ. 255-270, σε νεοελληνική απόδοση, Ιερά Μονή Βατοπαιδίου).

http://www.vatopedi.gr/

Δόγμα και ήθος, πίστη και έργα (Μέρος Α΄)

Posted in Uncategorized with tags , , on March 28, 2015 by anazhtitis

Screen-shot-2015-03-04-at-2.03.08-AM-600x380

 

Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός († 2009)

Εάν μας ζητούσε κάποιος να του πούμε σε τι συνίσταται η πρακτική ευσέβεια των χριστιανών, δεν θα υπήρχε πιο σύντομος ορισμός για να απαντήσουμε, παρά αυτός: πίστη και έργα, δηλαδή δόγμα και ήθος. Δυο λέξεις παμπεριεκτικές, γιατί περικλείουν μέσα τους όλη την αποκάλυψη, όλο τον Θεό, όλη τη δημιουργία, όλο τον άνθρωπο και, το πιο ενδιαφέρον, όλη τη θεία οικονομία με την οποία επανευρίσκει ο άνθρωπος τη θέση του στους κόλπους της θείας αγάπης και με την οποία πραγματοποιήθηκε το μέγα μυστήριο της Θεανθρωπήσεως που αποτελεί δεύτερη δημιουργία, μεγαλύτερη από την πρώτη.

Η ουσία της θείας αποκαλύψεως βρίσκεται σ’ αυτούς τους δύο πόλους: το δόγμα και το ήθος. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνο με το ένα σκέλος, αυτό που μας εισάγει στην πρακτική ευσέβεια· θα αφήσουμε τα βαθύτερα θεολογικά νοήματα. Είμαστε, με τη Χάρη του Θεού, πιστοί· εκείνο που μας χρειάζεται είναι να πλησιάσουμε ουσιαστικά τον Θεό να γίνουμε δεκτικοί της θείας του αγαθότητας, ώστε να μας μεταδώσει όλα όσα Εκείνος μόνος του μας υποσχέθηκε και τα οποία βλέπουμε στη ζωή των αγίων του και όσων Τον αγάπησαν και φύλαξαν τις εντολές Του. Αυτή η πρακτική εφαρμογή της πίστεως είναι που μας λείπει τόσο πολύ σήμερα, ώστε, ενώ πιστεύουμε, να μη βλέπουμε ουσιαστικά αποτελέσματα στη ζωή μας.

***

Με τη θεία αποκάλυψη ο Θεός μας οδήγησε στην πίστη προς Αυτόν, αλλά συγχρόνως μας κάλεσε και στην υπακοή στο θείο Του θέλημα. Έτσι, έβαλε παράλληλα την προς Αυτόν πίστη με την προς Αυτόν υπακοή. Όταν χωριστούν αυτά τα δύο, τότε συμβαίνει εκείνο που λέει η Άγ. Γραφή, «Πίστις χωρίς τα έργα είναι νεκρή» (Ιακ. β’ 26). Ας πάρουμε προς πίστωση των λεγομένων μας ένα κομμάτι από την αποκάλυψη του Θεού προς τον Αβραάμ, που αποδεικνύει ότι την αποκάλυψη ακολουθεί αμέσως η κλήση για πρακτική υπακοή: «Και φανερώθηκε ο Κύριος στον Άβραμ, και του είπε: Εγώ είμαι ο Θεός σου· να πορεύεσαι ενώπιον μου και να είσαι τέλειος. Και θα συνάψω τη διαθήκη μου μεταξύ σου και μεταξύ μου και θα σε πληθύνω πάρα πολύ» (Γεν. 17, 1-2).

Βλέπουμε εδώ πως ο Θεός συνάρμοσε κατά τρόπον αδιάρρηκτο την προς Αυτόν πίστη με την προς Αυτόν υπακοή. «Εγώ είμαι ο Θεός σου», λέει στον Αβραάμ, οδηγώντας τον στην αληθινή πίστη· κι αμέσως τον οδηγεί στην υπακοή: «να πορεύεσαι ενώπιον μου και να είσαι τέλειος». Αφού όμως πιστεύσει κανείς, ο Θεός δεν επιτρέπει καμμιά παραχάραξη ή οικονομία στην πίστη («Τη δόξα μου δεν θα δώσω σε κανένα ψεύτικο θεό, ούτε τον έπαινο των αρετών μου στα άψυχα είδωλα»(Ησ. 42, 8). «Εγώ είμαι ο Θεός σου», τονίζει λοιπόν κι αμέσως ζητά υπακοή: «να πορεύεσαι ενώπιον μου», προσθέτοντας εμφαντικά, «και να είσαι τέλειος». Δεν απαιτεί, δηλαδή, απλώς υπακοή, αλλά ζητά ακρίβεια πρακτικής εφαρμογής του θελήματός του. Σαν συνέπεια τούτου, επέρχεται η επαγγελία: «Και θα συνάψω τη διαθήκη μου… και θα σε πληθύνω πάρα πολύ».

Βλέπουμε εδώ μιά αδιάρρηκτη ενότητα στην αποκάλυψη δόγματος και ήθους, πίστεως και πράξεων, που είναι πράγματα αδιαχώριστα. Οποιαδήποτε άρνηση ή παραμέληση του ενός από τους δύο αυτούς πόλους, καταργεί το αποτέλεσμα και οδηγεί σε αποτυχία. Πράγματι, τί την θέλω την πίστη, αν αυτή είναι μόνη της; Τι θα ωφεληθώ πιστεύοντας ότι ο Θεός υπάρχει και είναι Αυτός όπως η αποκάλυψη τον περιγράφει; Μήπως και τα δαιμόνια δεν «πιστεύουν και φρίττουν», όπως λέγει η Γραφή; (Ιακ. β’ 19). Μήπως η πίστη μας προσφέρει τίποτε στον Θεό, ή πάλιν η απιστία μας τον μειώνει; «Εάν απιστούμε —λέει η Γραφή— εκείνος πιστός μένει» (Β’ Τιμ. β’ 13).

Σκοπός της πίστεώς μας και των έργων είναι, όπως αναφέρθηκε, να σχετισθούμε ουσιαστικά με τον Θεό, να τον πλησιάσουμε, να επανακτήσουμε την πατρική του εύνοια, την οποία χάσαμε με την πτώση μας, και να απολαύσουμε τις θείες δωρεές, που δεν είναι άλλο παρά η ανάσταση και θέωσή μας. Αυτό ακριβώς εννοεί κι ο Χριστός όταν λέει, «Στη βασιλεία του Θεού δεν θα μπει όποιος μου λέει Κύριε, Κύριε, αλλά όποιος κάνει το θέλημα του ουράνιου Πατέρα μου» (Ματθ. ζ’ 21). Τα λόγια αυτά αποδεικνύουν την πλάνη εκείνων οι οποίοι υποστηρίζουν ότι αρκεί μόνο να πιστεύει κάνεις για να σωθεί, ενώ, όπως είδαμε, την πίστη είναι απαραίτητο να ακολουθεί η υποταγή, η πράξη, μετά από την οποία έρχεται το αποτέλεσμα, η επαγγελία, που αναλόγως των ελλείψεων και αναγκών μας θα οδηγήσει τον καθένα στη θεραπεία, στη φώτιση στον καθαρισμό και τελικά στον αγιασμό, που είναι η σωτηρία.

Παρατηρείται όμως, ταυτόχρονα, και μια αντίθετη πλάνη: ότι δηλ. αρκούν τα καλά έργα που προστάζει ο Θεός και ότι, επομένως, για ένα που πράττει το καλό δεν είναι απαραίτητη η ορθή πίστη. Είναι μια θεωρία που αποτελεί αθεράπευτη αρρώστια του μεγαλύτερου μέρους του δυτικού κόσμου και που προκαλεί πολλή σύγχυση. Τέτοιες όμως κρίσεις και αποφάσεις δικαιούται ο άνθρωπος να εκφέρει και να λαμβάνει μόνο στη σφαίρα των δικών του γνώσεων. Όταν πρόκειται για το υπέρ φύσιν, το θείο, το υπερβατικό, δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει μόνος του την αλήθεια, αλλά θα τη δεχθεί μόνο διά υπερφυσικής αποκαλύψεως. Η αποκάλυψη του υπερφυσικού μόνο διά της πίστεως γίνεται δεκτή, και με βάση τις υποδείξεις της πίστεως εφαρμόζεται, και μόνον τότε γίνονται φανερές οι ενέργειες και οι επαγγελίες αυτού που δίνει την αποκάλυψη.

***

Ας δούμε όμως και μια άλλη πτυχή της πίστεως, αναγκαία και αυτή για την πνευματική ζωή των πιστών. Είναι η πίστη που μας διδάσκει τους τρόπους με τους οποίους Αυτός που πιστεύουμε σαν Θεό και Πατέρα μας, διοικεί και κυβερνά με τρόπο συχνά ακατάληπτο για μας την κτίση Του. Όπως ξέρουμε, ο κόσμος αυτός δεν παρέμεινε όπως τον έπλασε ο Θεός, αλλά λόγω της πτώσεως του ανθρώπου εισήλθε ο θάνατος και η φθορά σ’ αυτόν. Ο απ. Παύλος λέει: «ξέρετε, βέβαια, πως η κτίση υποτάχτηκε κι αυτή στη φθορά, όχι γιατί έφταιγε αλλά γιατί έτσι θέλησε αυτός που την υπέταξε. Έχει όμως πάντοτε την ελπίδα, κι αυτή ακόμα η κτίση, πως θ’απελευθερωθεί από την υποδούλωσή της στη φθορά, και θα μετάσχει στην ελευθερία που θ’ απολαμβάνουν τα δοξασμένα παιδιά του Θεού. Ξέρουμε καλά ότι ως τώρα όλη η κτίση στενάζει και κραυγάζει από πόνο, σαν την ετοιμόγεννη γυναίκα. Και όχι μόνο η κτίση. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς: έχουμε ως αρραβώνα του νέου κόσμου το Άγιο Πνεύμα, εσωτερικά όμως κι εμείς στενάζουμε, γιατί λαχταρούμε να γίνουμε για πάντα παιδιά του Θεού και να γλιτώσει το σώμα μας από τη φθορά»(Ρωμ. η’ 20-23).

Σ’ αυτόν λοιπόν τον κόσμο της εξορίας και της φθοράς δεν ενεργεί μόνο ο νόμος του Δημιουργού Θεού, αλλά παρενέβη και ο νόμος του διαβόλου και της αμαρτίας. Από το λαβύρινθο των αντίθετων πνευματικών καταστάσεων στον οποίον εισάγει τον άνθρωπο η συνύπαρξη των δύο αυτών αντίθετων δυνάμεων που ζητούν η καθεμιά να τον ελκύσει προς το μέρος της, ο άνθρωπος μόνο διά της πίστεως μπορεί να βρει το δρόμο του.

Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα. Πιστεύουμε και παραδεχόμαστε τον Θεό σαν παντοδύναμο, σαν πανάγαθο, σαν προνοητή και δωρεοδότη με τις τόσες του επαγγελίες. Και πράγματι είναι τέτοιος, «πιστός σε όλους τους λόγους του». Στις σχέσεις του όμως μέσα στον κόσμο φαίνεται να «συμβιβάζεται», να προσαρμόζεται στην ανθρώπινη ασθένεια, κι έτσι να τροποποιεί τις αποφάσεις του. Η αδυναμία του ανθρώπου να φυλάξει υπακοή στο θείο θέλημα, φέρνει τον Θεό σε αντίθεση με τις επαγγελίες του και την εφαρμογή της δικαιοσύνης του. Μη θέλοντας δηλαδή από άπειρη αγαθότητα να καταδικάσει και άρα να απορρίψει τον άνθρωπο, μεταβάλλει με την πανσοφία του τους τρόπους της προνοίας Του με τους οποίους θα ευεργετούσε και θα έσωζε, και αντί αυτών παιδεύει, κρύβεται, σιωπά και φαίνεται να ενεργεί αντίθετα με τις θεοπρεπείς του ιδιότητες. Αυτό ακριβώς κάνει τον πιστό να τα χάνει και να διερωτάται, όπως παλιά ο Γεδεών. Όταν τον πρόσταξε ο Άγγελος Κυρίου να συνεχίσει την προάσπιση των Ιουδαϊκών συμφερόντων βεβαιώνοντάς τον ότι «ο Κύριος είναι μαζί σου», απάντησε: «Αφού ο Κύριος είναι μαζί μας, γιατί μας βρήκαν τα κακά;». Χρειάζεται πολύς χρόνος να αναλύσει κανείς τα μυστήρια αυτά της διοικητικής του Θεού προνοίας προς την κτίση του, που συχνά φαίνονται στα μάτια μας αντίθετα απ’ ό,τι εμείς φανταζόμαστε. Το κλειδί που θα μας ανοίξει την είσοδο στην κατανόηση των μυστηρίων αυτών είναι η πίστη.

Η πτώση του ανθρώπου ανάτρεψε τα πάντα και έφερε σύγχυση σε όλα. Όπως είναι γνωστό, ένας ήταν στην αρχή ο νόμος στον οποίο κι εμείς και όλη η κτίση υπακούαμε. Τώρα στη γη αυτή της εξορίας επιβλήθηκε τυραννικά και άλλος νόμος: ο νόμος του άρχοντα του αιώνος τούτου, ο νόμος του σατανά. Ο «λογισμός του ανθρώπου είναι συνέχεια κακός από τη νηπιακή του ηλικία»(Γεν. 8, 21), τα πάθη και οι συνήθειες που απόκτησε, η αμαρτία που παίρνει από αυτά δύναμη, ο διάβολος που πλανά την οικουμένη, ακόμα και οι ασθένειες και όλα τα φυσικά κακά που προέρχονται από το νόμο της φθοράς, η αρρωστημένη προαίρεση κ.λπ., ανατρέπουν την υποσχεθείσα υπακοή προς τον Θεό και εμποδίζουν την εκπλήρωση των αγαθών του επαγγελιών. Και αντί γι’ αυτά, ακούμε ότι «πολλές είναι οι συμφορές που βρίσκουν τον αμαρτωλό» (Ψαλμ. 31, 10)· και πάλιν· «ας συσφιχθούν με φίμωτρο και χαλινάρι τα σαγόνια τους που δεν σε πλησιάζουν, για να δαμαστεί η άτακτη ορμή και η ατίθασση βούλησή τους» (Ψαλμ. 31,9).

Η αντίθεση αυτή προς τις επαγγελίες που περιέχει η πίστη, ότι «καμιά μάστιγα ασθένειας δεν θα αγγίξει την κατοικία σου» και ότι «θα δώσει εντολή ο Κύριος στους αγγέλους του για σένα να σε προστατεύσουν» (Ψαλμ. 90, 10-11), και γενικά προς το θρίαμβο τον οποίο ο Θεός επαγγέλλεται σε μας, προκύπτει από την αδυναμία μας να πειθαρχήσουμε στο θείο θέλημα. Οπότε προς αφυπνισμό και διόρθωση αφήνει ο Θεός κατ’ επάνω μας τα διάφορα δεινά για να μη προδώσουμε τελείως την επαγγελία της πίστεως και χωριστούμε από Αυτόν. Η ενέργεια αυτή του Θεού διαφορετικά φαίνεται στην πράξη και διαφορετικό σκοπό εξυπηρετεί· είναι μυστήριο το οποίο μόνο διά της πίστεως μπορεί να ερμηνευθεί.

Στον μυστηριώδη αυτόν τρόπο της ζωής του ανθρώπου υπετάγη και ο Κύριός μας Ιησούς, ο οποίος εκοινώνησε στη δική μας φύση και μετείχε σ’ όλα τα αδιάβλητα πάθη, κόπο, πόνο κ.λπ., τα οποία εισήγαγε η παρακοή του ανθρώπου στο θείο θέλημα. Και, αντίθετα προς τις περί προστασίας και σκέπης του Θεού επαγγελλίες, μαρτύρησε πάνω στο Σταυρό.

***

Η πίστη ήταν εξ αρχής ο πρώτος παράγοντας της ανταποκρίσεως του ανθρώπου στην αποκάλυψη του Θεού και με βάση αυτήν οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης έλαβαν από τον Θεό την καλή μαρτυρία, όπως με τόσες λεπτομέρειες μας περιγράφει ο Απ. Παύλος στη προς Εβραίους επιστολή. Η αποκάλυψη διά της πίστεως διδάσκει και ο άνθρωπος διά της πράξεως ενεργεί τα πιστευόμενα, και έτσι επιτυγχάνεται η ανακαίνιση από τη φθορά που προκάλεσε η αποστασία. Το πιο ζωντανό παράδειγμα που δείχνει αυτή την απαραίτητη ενότητα δόγματος και ήθους, πίστεως και έργων, είναι η επί του Όρους ομιλία του Κυρίου μας που αποτελεί τον κώδικα της Χριστιανικής ζωής, τον «καταστατικό» μας χάρτη.

Δεν ερευνά ο πιστός τι η πίστη τον προστάζει, γιατί δεν πιστεύει βάσει λογικών αποδείξεων και συγκριτικών στοιχείων. Δεν πλησιάζει τον Θεό σαν σαρράφης, σαν συναλλάκτης, για να ανταλλάξει προϊόντα ή να πάρει ποσοστά. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε η πίστη καταργείται αφού υπάρχει το είδος της καθορισμένης συναλλαγής. Ο Παύλος μας λέγει χαρακτηριστικά ότι σ’ αυτή τη ζωή, «διά πίστεως περιπατούμεν, ου διά είδους», δηλ. ζούμε με την πίστη και όχι με την άμεση όραση του Κυρίου (Β’ Κορ. ε’ 7).

Ίσως να πει κανείς· τότε, τα έργα τί χρειάζονται, και μάλιστα με τόση ακρίβεια και επιμονή; Η προς τον Αβραάμ πρόσκληση του Θεού, την οποία είδαμε στην αρχή, μας διδάσκει τον λόγο: «Εγώ είμαι ο Θεός σου· να πορεύεσαι ενώπιον μου και να είσαι τέλειος». Η εντολή «να είσαι τέλειος» αποδεικνύει την ύπαρξη ακαθαρσίας και βρωμιάς παράλληλα με τη φθορά που ντυθήκαμε και το «σώμα του θανάτου», για το οποίο θρηνεί ο Παύλος (Ρωμ. ζ’ 24). Τη φθορά και τη θνητότητα καταργεί η χάρη του Σταυρού και της Αναστάσεως του Κυρίου μας. Για την κατάργηση όμως της βρωμιάς και της ακαθαρσίας χρειάζεται και η δική μας συνέργεια, που είναι η πρακτική ομολογία της υποταγής και αφοσιώσεώς μας προς τον Θεό Πατέρα, τον οποίο αρχικά αρνηθήκαμε. Είναι, τρόπον τινά, η επανόρθωση της πρώτης παρακοής. Αυτή τη σημασία έχει και το «να γίνετε άγιοι, επειδή και εγώ είμαι άγιος, λέει Κύριος» (Α’ Πέτρ. α’ 16). Για να υπάρξει δηλαδή κοινωνία μεταξύ μας και του Θεού πρέπει να προηγηθεί μια κάθαρση, μια απαλλαγή από τα στίγματα της αμαρτίας και του θανάτου.

Πιο πάνω είχαμε αναφέρει τα επίκτητα κακά και ιδιαίτερα την ροπή στα πονηρά, τα οποία αποκτήσαμε μεταπτωτικά και τα οποία, τρόπον τινά, έγιναν σαν ένας δεύτερος νόμος βαρύτητας που επιδρά αρνητικά στη θέλησή μας να σηκωθούμε ψηλά, «προς τα άνω», όπου ο Χριστός, εκεί όπου έχουμε το «πολίτευμά» μας (Φιλιπ. γ’ 20). Οι θείες εντολές, βάσει των οποίων καλούμαστε να ενεργούμε, είναι η σκάλα η οποία μας οδηγεί προς τα άνω. Είναι τα φάρμακα που φέρνουν τη θεραπεία της αρρωστημένης μας φύσεως.

Ο άνθρωπος λοιπόν που δεν βρίσκεται στο νόμο του ήθους που επιβάλλουν οι θείες εντολές θα βρίσκεται στο αντίθετο μέρος. Π.χ. όποιος δεν υπακούει στην εντολή της αλήθειας, θα βρίσκεται στο ψέμα· όποιος δεν πειθαρχεί στη δικαιοσύνη, θα βρίσκεται στην αδικία· όποιος δεν είναι σώφρων και ηθικός, θα παρασύρεται στην ανηθικότητα και ασωτία· και γενικά όποιος δεν βρίσκεται στις θείες αρετές, που πηγάζουν από τις εντολές του Θεού, θα βρίσκεται στις αντίστοιχες κακίες. Όπως δε είναι γνωστό, «ο Θεός δεν παραμένει σε σώμα γεμάτο αμαρτίες». Εδώ βρίσκεται και η σημασία του λόγου του Κυρίου μας, «όποιος δεν είναι με το μέρος μου είναι εναντίον μου, κι όποιος δε μαζεύει μαζί μου σκορπίζει»(Ματθ. ιβ’ 30). Ο Ιησούς, κατά τους Πατέρες μας, βρίσκεται μέσα στις εντολές Του. Επομένως, όποιος κρατά και φυλάττει τις εντολές, βρίσκεται μετά του Ιησού και μαζεύει μαζί του. Εάν όμως δεν φυλάττει τις εντολές, τότε ούτε με τον Ιησού βρίσκεται, ούτε μαζί του μαζεύει, αλλά σκορπίζει.

Δεν είναι λοιπόν δουλεία η προς τον Θεόν υπακοή, όπως υποστηρίζουν οι ορθολογιστές και οι άπιστοι, αλλά φιλάνθρωπη οικονομία της αγαθότητάς του προς τον πεσόντα άνθρωπο. Εξ άλλου ο Θεός είναι ανενδεής, δεν έχει ανάγκη τον άνθρωπο, η εργασία του ανθρώπου δεν αποτελεί καμμιά προσφορά προς τον Θεό. Εκείνο που φανερώνει η υποταγή του ανθρώπου στις θείες εντολές είναι η πρακτική αντίθεσή του στον παρά φύση νόμο, που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει τη ζωή μόνο των ζώων και των δαιμόνων και όχι του «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού» δημιουργήματος που λέγεται άνθρωπος.

http://www.vatopedi.gr/

Περί Νηστείας…

Posted in Uncategorized with tags , , , , , on March 2, 2015 by anazhtitis

_

Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου

Ὅλα τὰ πατερικὰ βιβλία μιλοῦν γιὰ τὴ νηστεία.

Οἱ Πατέρες τονίζουν νὰ μὴν τρῶμε δυσκολοχώνευτα φαγητὰ ἢ λιπαρὰ καὶ παχιά, γιατὶ κάνουν κακὸ στὸσῶμα ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχή… Γι’ αὐτὸ οἱ Πατέρες μιλοῦν γιὰ νηστεία καὶ κατακρίνουν τὴν πολυφαγία καὶ τὴν ἡδονὴ ποὺ αἰσθάνεται κανεὶς μὲ τὰ φαγητὰ τὰ πλούσια. Νὰ εἶναι πιὸ ἁπλὰ τὰ φαγητά μας. Νὰ μὴν ἀσχολούμαστε τόσο πολὺ μ’ αὐτά.

Δὲν εἶναι τὸ φαγητό, δὲν εἶναι οἱ καλὲς συνθῆκες διαβίωσης, ποὺ ἐξασφαλίζουν τὴν καλὴ ὑγεία. Εἶναι ἡ ἁγία ζωή, ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ξέρω γιὰ ἀσκητὲς ποὺ νηστεύανε πολὺ καὶ δὲν εἴχανε καμιὰ ἀρρώστια. Δὲν κινδυνεύει νὰ πάθει κανεὶς τίποτε ἀπ’ τὴ νηστεία. Κανεὶς δὲν ἔχει ἀρρωστήσει ἀπ’ τὴ νηστεία…

Γιὰ νὰ τὰ κάνετε ὅμως αὐτά, πρέπει νὰ ἔχετε πίστη. Ἀλλιῶς σᾶς πιάνει λιγούρα.

Ἡ νηστεία εἶναι καὶ ζήτημα πίστεως. Δὲν παθαίνετε μ’ αὐτὴν κακό, ὅταν τὸ χωνέψετε καλὰ τὸ φαγητό σας. Οἱ ἀσκητὲς μεταποιοῦν τὸν ἀέρα σὲ λεύκωμα καὶ δὲν τοὺς πειράζει ἡ νηστεία. Ὅταν ἔχετε τὸν ἔρωτα στὸ θεῖον, μπορεῖτε νὰ νηστεύετε μὲ εὐχαρίστηση κι ὅλα εἶναι εὔκολα· ἀλλιῶς σᾶς φαίνονται ὅλα βουνό.

Ὅποιοι ἔδωσαν τὴν καρδιά τους στὸν Χριστὸ καὶ μὲ θερμὴ ἀγάπη ἔλεγαν τὴν εὐχὴ κυριάρχησαν καὶ νίκησαν τὴ λαιμαργία καὶ τὴν ἔλλειψη ἐγκράτειας.

http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/