Archive for αποστολος παυλος

Έτσι γινόμαστε ναός του Θεού

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , on September 27, 2015 by anazhtitis

download

(Μέγας Βασίλειος)

Προσευχές πάλι, οι οποίες διαδέχονται την ανάγνωση, βρίσκουν την ψυχή πιο νεαρή και πιο ακμαία, αφού έχει συγκινηθεί από τον πόθο προς τον Θεό (που προκάλεσε η ανάγνωση). Καλή δε προσευχή είναι εκείνη που προκαλεί μέσα στην ψυχή, σαφή την έννοια του Θεού. Και αυτό είναι ενοίκηση του Θεού, το να έχει κανείς εγκατεστημένο μέσα του το Θεό με τη μνήμη. Έτσι γινόμαστε ναός του Θεού, όταν δεν διακόπτεται η συνέχεια αυτής της μνήμης από γήινες φροντίδες, όταν δεν ταράσσεται ο νους από απροσδόκητα πάθη, αλλά αποφεύγοντάς τα όλα ο φιλόθεος αναχωρεί στο Θεό, και εκδιώκοντας ό,τι μας προσκαλεί στην κακία, ενδιατρίβει στις ασχολίες που οδηγούν στην αρετή…

-Πώς κατορθώνει κανείς την συγκέντρωση στην προσευχή;

Εάν μέσα του βεβαιωθεί ότι μπροστά του είναι ο Θεός. Διότι εάν κάποιος που βλέπει έναν άρχοντα ή προϊστάμενο και συζητεί μαζί του έχει το βλέμμα προσηλωμένο σ’ αυτόν, πόσο μάλλον αυτός που προσεύχεται στο Θεό θα έχει το νου προσηλωμένο σ’ Αυτόν που ελέγχει καρδίες και νεφρούς -«ετάζων καρδίας και νεφρούς ό Θεός» (Ψαλμ. 10)- εφαρμόζοντας αυτό που λέγει η Γραφή: «…και τα χέρια που υψώνουν στον ουρανό να είναι καθαρά, χωρίς οργή και εριστικότητα» (Α’ Τιμόθ. 2, 8),

Όταν ο Κύριος είπε στην προσευχή του: «Πάτερα μου, αν είναι δυνατόν, ας μην πιω αυτό το ποτήρι» (Ματθ. 26′, 39), ύστερα συμπλήρωσε: «αλλά ας μη γίνει το δικό μου θέλημα αλλά το δικό σου». Συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν μας έχει επιτραπεί να ζητούμε ό,τι θέλουμε, αφού δεν γνωρίζουμε ούτε καν το συμφέρον μας: «…εμείς δεν ξέρουμε ούτε τι ούτε πως να προσευχηθούμε…» (Ρωμ. 8′ 26). Ώστε τα αιτήματα πρέπει να τα υποβάλλουμε στο Θεό με πολλή περίσκεψη, σύμφωνα με το θέλημά του· κι εάν δεν εισακουσθούμε πρέπει να γνωρίζουμε ότι χρειάζεται επίμονη και καρτερία, σύμφωνα με την παραβολή του Κυρίου για το ότι «πρέπει πάντοτε να προσευχόμαστε και να μην αποκάμουμε» (Λουκ. 18, 1) και με τον άλλο λόγο του Κυρίου που είπε σε άλλη περίσταση ότι: «… για την αναίδειά του θα σηκωθεί και θα του δώσει ό,τι χρειάζεται» (Λουκ. 11′ 8)· ή χρειάζεσαι διόρθωση και επιμέλεια, σύμφωνα με αυτό που είπε ο Θεός σε κάποιους ανθρώπους διά μέσου του Προφήτη: «όταν εκτείνετε τα χέρια σας, θα αποστρέψω τα μάτια μου από σας. Και εάν αυξήσετε τις δεήσεις σας, δεν θα εισακουστείτε, γιατί τα χέρια σας είναι γεμάτα αίματα. Λουσθείτε, και γίνετε καθαροί…» κ.λπ. (Ησ. Α’ 15-16). Ότι δε και τώρα γίνονται και είναι τα χέρια των πολλών γεμάτα αίματα, δεν πρέπει καθόλου ν’ αμφιβάλλουν αυτοί που πιστεύουν σ’ εκείνη την κρίση του Θεού…

– Ποιο είναι το «ταμιείον», στο οποίο προστάζει ο Κύριος να εισέλθει ο προσευχόμενος;

Ταμείο συνήθως ονομάζουμε ένα χώρο κενό και απόμερο, που βάζουμε ό,τι θέλουμε να αποθηκεύσουμε, ή που είναι δυνατόν να κρυφτούμε, όπως αναφέρεται από τον Προφήτη: «Βάδιζε, λαέ μου, μπες μέσα στο ταμείο σου, κλείσε τη πόρτα σου, κρύψου…» (Ησ. 26′ 20). Η δύναμη της εντολής γίνεται σαφής από τα συμφραζόμενα, διότι ο λόγος απευθύνεται σ’ αυτούς που πάσχουν από ανθρωπαρέσκεια. Ώστε αν κάποιος ενοχλείται από αυτό το πάθος, καλά κάνει που αποσύρεται στην προσευχή και απομονώνεται, μέχρι να μπορέσει ν’ αποκτήσει τη διάθεση να μην προσέχει τους επαίνους των ανθρώπων, αλλά να αποβλέπει μόνο στο Θεό, όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «όπως τα μάτια των δούλων είναι προσηλωμένα στα χέρια του Κυρίου τους, και τα μάτια της δούλης στα χέρια της Κυρίας της, έτσι και τα δικά μας μάτια να είναι στραμμένα προς τον Κύριο και Θεό μας…» (Ψαλμ. 122′ 2). Εάν όμως κάποιος με τη χάρη του Θεού είναι καθαρός από εκείνο το πάθος, δεν έχει ανάγκη να κρύβει το καλό.

Όταν ο διάβολος επιχειρεί να μας επιβουλευθεί και προσπαθεί να εκτοξεύσει τους λογισμούς του σαν πυρακτωμένα βέλη με πολλή σφοδρότητα μέσα στην αμέριμνη και ήσυχη ψυχή και ξαφνικά να την πυρπολήσει και να υπενθυμίζει μακροχρόνια και επίμονα εκείνα που έσπειρε μία φορά, τότε πρέπει αυτές τις επιβουλές να τις αντιμετωπίσουμε με εγρήγορση και εντατική προσοχή, όπως ο αθλητής που αποτρέπει τις λαβές των αντιπάλων με την ακριβέστατη επιφυλακή και την ταχύτητα του σώματος, και να αναθέσουμε στην προσευχή και την πρόσκληση της συμμαχίας του Θεού τη διεξαγωγή του πολέμου και την αποφυγή των βελών. Διότι αυτό μας δίδαξε ο Παύλος, λέγοντας: «… εκτός από όλα αυτά, κρατάτε πάντα την πίστη σαν ασπίδα, πάνω στην οποία θα μπορέσετε να σβήσετε τα φλογισμένα βέλη του πονηρού…» (Εφ. 6, 16). Και αν λοιπόν υποβάλλει τις πονηρές φαντασίες του κατά την ώρα της προσευχής, να μη σταματήσει η ψυχή να προσεύχεται, ούτε να νομίζει ότι αυτή είναι υπεύθυνη για την σπορά του εχθρού στον αγρό της και για τις ποικίλες φαντασίες του πονηρού, αλλά σκεπτόμενη ότι η φαντασία των άτοπων σκέψεων οφείλεται στην αναίδεια του εφευρέτη της πονηρίας, ας εντείνει τη γονυκλισία και ας ικετεύει το Θεό να διαλυθεί το πονηρό τείχος της μνήμης των άτοπων λογισμών, ώστε ανεμπόδιστα, με τη δύναμη του νου να διαβεί στη στιγμή ακάθεκτη προς το Θεό, χωρίς να διακόπτεται σε κανένα σημείο από τις εφόδους των πονηρών ενθυμήσεων.
Εάν στέκεσαι ενώπιον του Θεού όπως πρέπει και προσφέρεις όλες σου τις δυνάμεις, μην απομακρυνθείς μέχρι να λάβεις το αίτημά σου· εάν όμως σε κατακρίνει η συνείδησή σου ότι καταφρονείς και εάν, ενώ μπορείς, δεν προσεύχεσαι συγκεντρωμένος, μην τολμήσεις να σταθείς ενώπιον του Θεού, για να μη γίνει η προσευχή σου αφορμή αμαρτίας. Εάν όμως, επειδή εξαντλήθηκες από την αμαρτία, δεν μπορείς να προσεύχεσαι απερίσπαστα, να βιάζεις όσο μπορείς τον εαυτό σου και να στέκεσαι επίμονα ενώπιον του Θεού, έχοντας το νου σου σ’ Αυτόν και συμμαζεύοντάς τον στον εαυτό του· και ο Θεός συγχωρεί, επειδή αδυνατείς να σταθείς όπως πρέπει ενώπιόν Του, όχι από καταφρόνηση, αλλά από αδυναμία. Εάν βιάζεις τον εαυτό σου μ’ αυτό τον τρόπο σε κάθε καλό έργο, μην αποκάμεις μέχρι να λάβεις το αίτημά σου, αλλά κτύπα την πόρτα Του ζητώντας το αίτημά σου. Διότι λέγει: «όποιος ζητάει παίρνει, όποιος ψάχνει βρίσκει και όποιος χτυπάει του ανοίγεται» (Λουκ. 11′, 10). Διότι τι άλλο θέλεις να επιτύχεις παρά μόνο την κατά Θεό σωτηρία;

(Από το βιβλίο «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)

http://stratisandriotis.blogspot.gr/

eikones_0090a

Αυτή η μεγάλη εικόνα βυζαντινής τέχνης είναι φιλοτεχνημένη εξολοκλήρου στο χέρι από μοναχούς της Ιεράς Μονής Ξενοφώντος. Η τεχνοτροπία της Μακεδονικής Σχολής του Αγίου Όρους, όπως την αποδίδει ο ιερομόναχος αγιογράφος πατήρ Λουκάς, περιγράφει την ασκητική μορφή του σοφού και πολυγραφότατου ιεράρχη με την ιερατική στολή του. Ο άγιος, που κατάγεται από την Καισάρεια, είχε μεγάλη μόρφωση και αυτό αποδίδεται στην ορθόδοξη αγιογραφία αφού εικονίζεται με μεγάλο μέτωπο.

Advertisements

Ενώπιον του θανάτου

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , on September 18, 2015 by anazhtitis

cf84cebfcf80ceb9cebf-ceb1ceb8cf89cebdcebfcf83

Ο άγιος Κυπριανός με το παρακάτω κείμενό του, μας δείχνει τον Χριστιανικό τρόπο θεώρησης του θανάτου. Όχι με απελπισία, αλλά με προσμονή και ανυπομονησία. Γιατί ποιος ευλογημένος άνθρωπος, δεν θα σπεύσει με χαρά να αντικρύσει τον Κύριό Του το συντομότερο;

Δεν πρέπει να θλιβώμεθα, αγαπητοί χριστιανοί από την εκδημία των αδελφών μας προς τον Θεό, αφού γνωρίζομε καλά ότι δεν έχουν χαθή, αλλ’ ότι απλώς προηγούνται από εμάς. Ξέρομε πράγματι ότι δεν μας εγκαταλείπουν παρά για να προπορευθούν, όπως κάνουν συχνά οι ταξιδιώτες και οι ναυτικοί. Μπορούμε να λυπούμεθα, χωρίς όμως να θρηνούμε την απώλειά τους.

Ο απόστολος Παύλος, μέμφεται κάθε άνθρωπο που δοκιμάζει θλίψι με τον θάνατο των δικών του, τον επιπλήττει και μάλιστα τον κατηγορεί: «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει (θα φέρη) συν αυτώ» (Α’ Θεσσ., δ’ 13-14). Πράγμα που σημαίνει ότι αυτοί που θλίβονται για τον θάνατο των δικών τους, είναι πράγματι αυτοί που δεν έχουν ελπίδα.

Επομένως, εμείς που ζούμε με την ελπίδα και πιστεύομε στον Θεό, εμείς που έχομε την πεποίθηση ότι ο Χριστός υπέφερε για εμάς και ανέστη, που έχομε αναγεννηθή δι’ Αυτού και εν Αυτώ, γιατί θλιβόμεθα τόσο με την εκδημία των δικών μας, σαν να ήσαν χαμένοι δια παντός, αφού ο ίδιος ο Χριστός, ο Κύριός μας, μας ενισχύει με αυτούς τους λόγους: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή· ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιω. ια΄, 25-26). Εάν, λοιπόν, πιστεύομε στον Ιησού Χριστό, εάν έχομε εμπιστοσύνη στους λόγους και στις υποσχέσεις Του, δεν θα πεθάνομε ποτέ.

Ας μην λησμονούμε ότι ο θάνατος δεν είναι μία τελική έξοδος, αλλά ένα πέρασμα, μια πρόσκαιρη πορεία προς την αιωνιότητα. Ποιος δεν θα βιαζόταν να φθάση σε μία ζωή καλύτερη; Ποιος δεν θα ήταν ανυπόμονος να αλλάξη μορφή, να μεταμορφωθή κατ’ εικόνα Χριστού και να πλησιάση το ταχύτερον στην ουράνια ευγένεια και δόξα, όπως το κηρύσσει ο απ. Παύλος: «Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού» (Φιλ. Γ΄, 20).

Όπως μαρτυρεί το βιβλίο της Γενέσεως, ο Ενώχ αρπάχθηκε από την ζωή, αυτός που είχε την εύνοια του Θεού: «Ευηρέστησεν Ενώχ τω Θεώ, και ουχ ευρίσκετο, ότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός» (Γεν. ε΄, 24). Δια μέσου του Σολομώντος, το άγιον Πνεύμα μας διδάσκει ομοίως ότι, αυτοί που ευαρεστούν στον Θεό, καλούνται πρόωρα από την ζωή και ελευθερώνονται γρηγορώτερα από τον κόσμο· από φόβο μήπως, η πολύ μεγάλη παραμονή στην γη, συμβή να τους φθείρη: «Ηρπάγη, μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού. Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού· δια τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας» (Σοφ. Σολ. Ιδ΄, 11-14).

Ευρίσκομε ακόμη μέσα στους Ψαλμούς το παράδειγμα του Δαυίδ, μιας ψυχής αφοσιωμένης στον Θεό με την πίστη την πνευματική, που σπεύδει με βιασύνη προς τον Κύριο: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» (Ψαλμ. Πγ΄, 2).

Είναι ίδιον εκείνου που ο κόσμος γοητεύει, που αφήνεται να πλανηθή από τα απατηλά θέλγητρα του κόσμου, να επιθυμεί να παραμείνει επί μακρόν στην ζωή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όμως, μας υποχρεώνει ζωηρά να μη προσηλωνόμεθα στον κόσμο, υπακούοντες στις σαρκικές επιθυμίες μας, και μας παροτρύνει με αυτούς τους λόγους: «Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω· εάν τις αγαπά τον κόσμον, ουκ έστιν η αγάπη του Πατρός εν αυτώ· ότι παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου, ουκ έστιν εκ του Πατρός, αλλ’ εκ του κόσμου εστί. Και ο κόσμος παράγεται (παρέρχεται) και η επιθυμία αυτού· ο δε ποιών το θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα» (Α΄ Ιω. Β΄, 15-17).

Ας είμεθα μάλλον έτοιμοι να υπακούσωμε στις βουλές του Θεού, ισχυροί με μια ψυχή ευθεία και ειλικρινή, με μια πίστη ακλόνητη και ένα θάρρος σταθερό, και ας μη θλιβώμεθα από τον θάνατο αυτών που μας είναι αγαπητοί. όταν σημάνει η ώρα, να καλέσει και εμάς ο Θεός, ας βαδίσωμε προς Αυτόν χωρίς δισταγμό, χωρίς βαρυθυμία.

Αν οι δούλοι του Θεού όφειλαν, σε κάθε εποχή, να συμμορφώνονται με αυτόν τον κανόνα, η τήρησίς του τώρα έχει γίνει μία αναγκαιότητα. Ο κόσμος, πράγματι, επιταχύνει τον όλεθρό του και βρίσκεται πολιορκημένος από πλήθος συμφορών που τον φθείρουν, εις τρόπον ώστε εμείς που έχομε συνείδηση των κακών, που τον έχουν ήδη προσβάλλει σφοδρώς και που γνωρίζομε ότι γεγονότα ακόμη βαρύτερα τον απειλούν, συμπεραίνομε χωρίς κόπο ότι, το μεγαλύτερο συμφέρον για εμάς τους Χριστιανούς είναι να αποσυρθούμε, το γρηγορώτερον, από την γη εδώ.

Και δεν πρέπει, αγαπητοί αδελφοί μου, να λησμονούμε ότι, έχομε ήδη αποχωρισθεί από τον κόσμο και ζούμε εδώ κάτω «ως πάροικοι και παρεπίδημοι» – σαν ξένοι και περαστικοί – (Α΄ Πέτρ. β΄, 11), σαν ταξιδιώτες. Ευλογημένη η ημέρα, που έχει ορίσει στον καθένα την πραγματική του κατοικία και που, αφού μας αποσπάσει από αυτόν τον κόσμο και μας απαλλάξει από τα δεσμά του, μας μεταφέρει στον Παράδεισο και στην Βασιλεία των Ουρανών. Τι γλυκύτητα να πεθαίνεις χωρίς φόβο! Τι μακαριότητα βαθειά και ατελείωτη, να ζεις μέσα στην αιωνιότητα!

Ποιος είναι αυτός που δεν θα έσπευδε να ξαναφθάσει στην πατρίδα του, μετά από ένα διάστημα παραμονής στην ξενιτιά; Πατρίδα μας είναι ο παράδεισος και εξ αρχής είχαμε τους Πατριάρχες για πατέρες. Γιατί, λοιπόν, δεν σπεύδομε ν’ αντικρύσωμε την πατρίδα μας;

Εκεί ευρίσκεται ο ένδοξος χορός των Αποστόλων, η ζωογόνος πληθύς των Προφητών, η αναρίθμητη στρατιά των Μαρτύρων, στεφανωμένων για τα κατορθώματά τους ενάντια στον εχθρό και τον πόνο, απολαμβάνοντες εκεί τον θρίαμβό των. Εκεί ακτινοβολούν οι παρθένοι, που υπεδούλωσαν με αξιέπαινες προσπάθειες την φιληδονία της σαρκός. Εκεί, τέλος, ανταμοίβονται οι άνθρωποι που επέδειξαν ευσπλαχνία και οίκτο, που πολλαπλασίασαν τις ελεήμονες πράξεις τους συντρέχοντες, σαν βοηθοί, στις ανάγκες των πτωχών και, πιστοί στα παραγγέλματα του Κυρίου, κατάφεραν να ανυψωθούν από τα γήινα αγαθά στους θησαυρούς τους ουράνιους.

Ας βιαστούμε λοιπόν, να τους συναντήσωμε και να παρουσιασθούμε ενώπιον του Κυρίου, και ο Χριστός μας ας διαγνώσει τον πόθο της πίστεως και της ψυχής μας· Αυτός, ο Οποίος απονέμει την ύψιστη ανταμοιβή της δόξης Του σε αυτούς, που τον έχουν ποθήσει με την πιο μεγάλη θέρμη της καρδιάς τους.

Αγίου Κυπριανού Καρθαγένης

http://xristianos.gr/

Χριστιανική πίστη, άσκηση και μοναστηριακή κοινότητα

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , on August 30, 2015 by anazhtitis

xristianikh-pisth-1

Οι Πατέρες μας δίδαξαν διάφορους τρόπους νηστείας και άσκησης. Όπως όμως ο Νικολαΐδης δηλώνει: Μας παρέδωσαν ένα σκοπό, να αποφεύγουμε την αφθονία, τον χορτασμό της κοιλίας χωρίς να μας παραδώσουν ούτε ένα κανόνα νηστείας, ούτε ένα τρόπο μετάληψης της τροφής, ούτε και το ίδιο μέτρο σε όλους, επειδή δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη εξαιτίας της ηλικίας, της αρρώστιας ή της συνήθειας καλομαθημένου σώματος.

Στο δρόμο της χριστιανικής πίστης, η πρόληψη τροφής σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας για νηστεία και άσκηση, είναι μετοχή σε μια κοινή εμπειρία χρήσης των αγαθών, εμπειρία κοινωνίας και σχέσης και όχι τρόπος ατομικής επιβίωσης. Στο δοξαστικό αίνων της Ε’ Κυριακής των νηστειών διαβάζουμε ότι: «ουκ έστιν η βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και άσκησις συν αγιασμώ».

Σύμφωνα με τον Άγιο I. Χρυσόστομο, «η νηστεία δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή καθαυτή, γίνεται όμως ένα από τα δύο, ανάλογα με τη διάθεση και την εκλογή των νηστευόντων» (Περί παρθενίας Δ’, PG 48, 536) και «η ευτέλεια και η λιτή τράπεζα, υγείας μήτηρ εστίν. Το τε ενδεώς εστιάσθαι, μητέρα υγιείας ειπόντος. Ει δε ένδεια η ένδεια μήτηρ υγιείας, εύδηλον ότι η πλησμονή (αφθονία) μήτηρ νόσου και αρρωστίας εστί, και τίκτει πάθη και αυτών υπερβαίνοντα των ιατρών την τέχνην». Συνεχίζει τις διδαχές του λέγοντας: «Καταφρόνησον ανέσεως και τότε αυτή λήψη ίνα λαβών, μη ως δέσμιος λάβης, μηδέ ως δούλος, αλλ ’ ως ελεύθερος» (Ομιλία εις Εβρ. 25,2 PG 63,174), ενώ κατά τον Μ. Βασίλειο η πορεία προς τον Θεό διέρχεται μέσα από την απάρνηση των εγκόσμιων αγαθών, δηλαδή την «αποταγή». Επισημαίνει χαρακτηριστικά: «έστιν ουν αποταγή … λύσις μεν των δεσμών της υλικής ταύτης και προσκαίρου ζωής, ελευθερία δε των ανθρωπίνων καθηκόντων επιτηδειοτέρους κατασκευάζουσα προς το απάρξασθαι της προς Θεόν οδού». (Όροι κατά πλάτος, PG31, 940 BC). Η απόρριψη του περιττού και η άρνηση συμβιβασμού προς τις σύγχρονες σειρήνες που οδηγούν στον καταναλωτισμό διέπουν το ασκητικό ήθος. Οι λόγοι του Αποστόλου Παύλου: «Έχοντας διατροφάς και σκεπάσματα, τούτοις αρκεσθησόμεθα», αν και ακούγονται υπερβολικοί, φανερώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο τον ασκητικό τρόπο χρήσης των υλικών αγαθών. (Α’ Τιμ. στ’, 8).

xristianikh-pisth-2

xristianikh-pisth-3

Ιδιαίτερος τόπος άσκησης σε μόνιμη κλίμακα αποτελούσε και συνεχίζει στις στην εποχή μας να αποτελεί η μοναστηριακή κοινότητα. Ο βίος στο μοναστήρι περιγράφεται ως βίος αγγελικός. Οι μοναχοί ευχαριστούν θερμά τον Θεό για κάθε δωρεά και ευλογία, σεβόμενοι την κτίση. Η ζωή εντός της μοναστηριακής κοινότητας βοηθά τον μοναχό να γίνει ανοικτός προς τον κόσμο και τον Θεό. Έρχεται σε άρρηκτη αγαπητική σχέση μαζί Του, βαδίζοντας στο «καθ’ ομοίωσιν», στην τελείωσή του και στην θέωση. Δείχνει άπειρο έλεος προς το φυσικό περιβάλλον του και προσπαθεί να μετατρέψει όλο τον κόσμο σε Εκκλησία. Με τον τρόπο ασκήσεώς του ο μοναχός προβαίνει σε αντικαταναλωτική χρήση του κόσμου, διότι χρησιμοποιεί μόνον ό,τι έχει ανάγκη και, ανάλογα με το στάδιο της πνευματικής προόδου του, σώζει και τον άνθρωπο και τον κόσμο. Τίποτα περιττό δεν υπάρχει στην τροφή και την ένδυσή του που να υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου. Κατανοεί σε μείζονα βαθμό το μέτρο της εγκράτειας του Μ. Βασιλείου, ο οποίος είναι ο πρώτος νομοθέτης και ιδρυτής της κοινοβιακής ζωής: «Εγκρατεία δε ο κάλλιστος όρος και κανών ούτος έστω, το μήτε προς τρυφήν, μήτε προς κακοπάθειαν της σαρκός βλέπειν, αλλά φεύγειν εν εκατέρω τη αμετρίαν, ίνα μήτε πολυσαρκούσα ταράσσηται, μήτε, νοσώδης γενομένη, αδύνατη προς την των εντολών εργασίαν» (Μ. Βασιλείου, Λόγος Ασκητικός 3, PG31, 876D).

xristianikh-pisth-4

http://www.artionrate.com/index.php/blog/arthrografia/agioreitikh-zwh/1467-xristianikh-pisth-askhsh-kai-monasthriakh-koinothta

Απόστολος Παύλος, ο Πρώτος μετά τον Ένα

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , on June 29, 2015 by anazhtitis

Οι δύο στύλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, ο Πέτρος και ο Παύλος, υπήρξαν δύο αρνητές. Ο Πέτρος από δειλία και φόβο αρνήθηκε τρείς φορές τον Διδάσκαλο.

p56-pavlos-(56k74b-pav-40)

 

Ο Παύλος ήταν αμείλικτος διώκτης των ομολογητών του Ιησού.

Η μεταστροφή της καρδιάς ανήκει στον Θεό. Είναι ένα από τα θαυμαστά μυστήρια της θείας χάριτος, που μπορεί να μεταμορφώσει εκ βάθρων το εσωτερικό κάθε ψυχής και να δώσει αγίους από εκεί που επερίσσευσε η αμαρτία. Έτσι βλέπουμε έναν Παύλο από σκληρός πολέμιος των Χριστιανών να γίνεται ο πρώτος μετά τον Ένα.

Ο Κύριος καλεί τον Σαύλο μέσα από ένα εκτυφλωτικό φως. Αυτό το φως που τον τύλιξε ήταν τόσο ισχυρό ώστε τον έριξε κατά γης.

Η πτώση είναι κι αυτή μια εκδήλωση της χάρης του Θεού. Ο Κύριος τον προετοιμάζει γι’ αυτό που πρόκειται να γίνει αργότερα. Αν δεν πέσει ο άνθρωπος δεν θα μπορέσει να βιώσει την ανόρθωση από το πατρικό χέρι του Θεού.

Μέσα σ’ αυτό το αστροποβόλο φως δεν μπόρεσε ο Σαύλος να μην αναγνωρίσει τον Θεό της φλεγομένης βάτου, τον Θεό του Ηλία στο όρος Κάρμηλο, τον Θεό του Ψαλμωδού.

Το φως του αφαιρεί την όραση.

Είναι απαραίτητο πριν από κάθε μεταστροφή να νιώσει ο άνθρωπος ότι βρίσκεται βυθισμένος στα σκοτάδια. Έτσι ο Σαούλ «αναωγμένων των οφθαλμών αυτού ουδένα έβλεπε».

Όσο βρίσκεται στο έδαφος ακούγεται η φωνή του Κυρίου: «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις;».

Η φράση υπονοεί τον διωγμό του Σαούλ εναντίον των πρώτων χριστιανών, που σύχναζαν στις συναγωγές της Δαμασκού. Ο Ιησούς με τα λόγια αυτά επιβεβαιώνει ότι αποτελεί ένα με αυτούς. «Τί με διώκεις;». Ήταν πολύ σημαντικό ν’ ακούσει ο Σαούλ αυτή την αποκάλυψη για να μπορέσει αργότερα να κηρύξει με βεβαιότητα: «Καθάπερ γαρ το σώμα εν εστί και μέλη έχει πολλά, πάντα δε τα μέλη του σώματος του ενός, πολλά όντα, εν εστί σώμα, ούτω και ο Χριστός… Υμείς δε εστέ σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους» (Α’ Κορινθ. ιβ’ 12 και 27).

Όταν καταδιώκεις τα μέλη είναι σαν να καταδιώκεις το σώμα.

Ύστερα ο Κύριος προφέρει το όνομά του: «Εγώ ειμί Ιησούς όν συ διώκεις».

p12-pavlos-(12k-10pav-40)

 

Στην Παλαιά Διαθήκη δεν προφέρεται το όνομα του Θεού γιατί θεωρείται ανέκφραστο. Αντίθετα το όνομα του Ιησού είναι προορισμένο να ακούγεται, γιατί κανένα άλλο τέτοιο όνομα δεν δόθηκε στους ανθρώπους που να μπορεί να τους σώσει. Στα εβραϊκά το όνομα «Ιησούς» σημαίνει «ο Θεός σώζει».

Η φωνή του Κυρίου απευθύνεται και πάλι στον Σαούλ: «Σήκω, πήγαινε στην πόλη και θα σου πουν τί πρέπει να κάνεις».

Ήταν σαν να του έλεγε: «Μάθε να υπακούς».

Ο Σαούλ από εκείνη την ώρα οδηγείται στην οδό της πίστεως. Πρέπει να αφεθεί να τον κατευθύνουν αυτοί στους οποίους τον εμπιστεύεται ο Κύριος. Τον παίρνουν απ’ το χέρι και τον οδηγούν στη Δαμασκό.

Θα μείνει τυφλός τρείς ημέρες, χωρίς να φάει ούτε να πιει τίποτα.

Στην Αγία Γραφή οι τρείς μέρες σημαίνουν μια προετοιμασία ζωής, μια ιδιαίτερη εμπειρία της δυνάμεως του Θεού.

Ο Σαούλ θα θεραπευτεί την Τρίτη ημέρα με τη μεσολάβηση του Ανανία, μαθητή του Χριστού.

Ο Ανανίας βάζει τα χέρια πάνω του και του λέει: «Σαούλ, αδελφέ μου, ο Κύριος με στέλνει, ο Κύριος που σου φανερώθηκε στο δρόμο για τη Δαμασκό, για να ξαναβρείς το φως σου και να γεμίσεις Πνεύμα «Άγιο». Αμέσως τα μάτια του ξαναβλέπουν και βαπτίζεται.

k19b---apostolos-pavlos-26x36---145.00 (1)

 

Ο Ιησούς συνηθίζει να χρησιμοποιεί ανθρώπους για να οδηγήσει άλλους ανθρώπους στη σωτηρία.

Ο Ανανίας βαπτίζει τον Παύλο.

Το Άγιο Πνεύμα ολοκληρώνει το έργο του. Ο διώκτης των χριστιανών γίνεται απόστολος των Εθνών και θα ευαγγελισθεί το όνομα του Ιησού στον ειδωλολατρικό κόσμο.

«Εμοί τω ελαχιστοτέρω πάντων των αγίων εδόθη η χάρις αυτή, εν τοις έθνεσιν ευαγγελίσασθαι τον ανεξιχνίαστον πλούτον του Χριστού» (Εφες. γ’ 8).

Η μεταστροφή του Παύλου ήταν γεγονός απροσδόκητο. Εκείνος, που δεν είχε άλλο στο μυαλό του από το να καταδιώκει τους χριστιανούς, αυτός που τους θεωρούσε την μεγαλύτερη απειλή για την ιουδαϊκή θρησκεία, βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με το φως.

Όλος ο κόσμος του κλυδωνίζεται.

Το όραμα του Αναστάντος τον κάνει να τα κατανοήσει όλα σε μια στιγμή. Βλέποντας τον Χριστό ο Παύλος γνωρίζει τον Τριαδικό Θεό. γιατί η γνώση που ψηλάφησε, όπως λέει ο ίδιος, δεν ήταν από τη σάρκα αλλά από το Πνεύμα.

Όλα γεννιούνται από εκεί, όλη η φιλοσοφία, όλο το ευαγγέλιο του Αποστόλου των Εθνών, που αντίθετα με τους άλλους μαθητές δεν είχε γνωρίσει τον Ιησού, δεν Τον είχε ακολουθήσει στην επίγεια ζωή Του, δεν είχε ακούσει την διδασκαλία Του ούτε είχε παρευρεθεί στη σύλληψή Του και το πάθος Του.

Στον δρόμο της Δαμασκού ο Παύλος τα διδάχτηκε όλα με μια αστραπή.

Από εκεί θα ξεκινήσει το μεγάλο έργο του που θ’ αγκαλιάσει Ιουδαίους και ειδωλολάτρες με την ίδια αδελφική αγάπη.

Μετά τη Δαμασκό θ’ ακολουθήσουν τα Ιεροσόλυμα, η Ταρσός, η Αντιόχεια, η Κύπρος, η Μ. Ασία, η Θράκη, η Μακεδονία, η κυρίως Ελλάδα. Θα οδηγηθεί δέσμιος στη Ρώμη, θα γράψει τις περίφημες επιστολές του, όπου συμπυκνώνεται όλη η ευαγγελική αλήθεια, θα κηρύξει ακόμα για λίγο το μήνυμα της σωτηρίας και θα επισφραγίσει με το αίμα του μαρτυρίου του το 67 μ.Χ. στη Ρώμη.

«Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστην τετήρηκα· λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος», έγραφε στον μαθητή του Τιμόθεο (Β’ Τιμοθ. δ’ 7-8) και άφηνε παρακαταθήκη στους χριστιανούς όλων των εποχών ν’ αγωνίζονται τον καλόν αγώνα μέχρι το τέλος.

Οι αγιογραφίες του Αποστόλου Παύλου έχουν φιλοτεχνηθεί από τον απόφοιτο της Αθωνιάδας Εκκλησιαστικής Ακαδημίας του Αγίου Όρους ιερέα Παναγιώτη Πεύκη. Οι χειροποίητες λεπτομέρειες και η ειδική επεξεργασία του ξύλου καθιστούν το κάθε έργο βυζαντινής τέχνης μοναδικό αλλά και προσιτό σε όσους εκτιμούν τα προϊόντα του Αγίου Όρους. Λεπτομέρειες για το κάθε έργο θα βρείτε επιλέγοντας την κάθε εικόνα. Διατίθενται από την Έκθεση προϊόντων Αγίου Όρους.

Ε.Χ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΙΤΣΗ

http://www.artionrate.com/index.php/artion-magazine/artion-kalesma/1415-apostolos-paulos-prwtos-meta-ton-ena

Το Άγιο Πνεύμα στην Ορθόδοξη Παράδοση

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , on June 2, 2015 by anazhtitis

Η Τριαδική Θεολογία

p38-ag-triada-(38k-11bp-trip-67)

Στην αρχή του τριαδικού Μυστηρίου ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζει τις τρεις μεγάλες αρχές της παραδόσεως, α) Κάθε γνώση του Θεού εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την ελεύθερη ενέργεια της θελήσεώς Του. β) Στη συνέχεια, ο Λόγος που έγινε άνθρωπος αποκαλύπτει στην Εκκλησία, της οποίας είναι η Κεφαλή, το Μυστήριο των Τριών θείων Προσώπων. Πραγματικά, η Εκκλησία γνωρίζει τον ιστορικό Χριστό που σταυρώθηκε, αναστήθηκε και δοξάστηκε, δέχεται την κυριακή προσευχή και γνωρίζει τον Υιό που διακρίνεται από τον Πατέρα• ακούει την υπόσχεση για τον «άλλο Παράκλητο» που πρόκειται να κατεβή και τον δέχεται την ημέρα της Πεντηκοστής. Πάνω από κάθε θεωρία ή φιλοσοφία, η Εκκλησία εξαγγέλλει την τριαδική οικονομία του μυστηρίου της σωτηρίας με το κήρυγμά της και τη ζη άμεσα μέσα στον τύπο του βαπτίσματος, μέσα στο Σύμβολο της πίστεώς της, μέσα στη Λειτουργία της και τα ιερά της μυστήρια. Αργότερα θα σφυρηλατήσουν οι Πατέρες τα θεολογικά επιχειρήματα, για να ανατρέψουν τις αιρέσεις και να προσδιορίσουν τη δογματική ορθοδοξία της θείας Αλήθειας, γ) Υπάρχει τέλος και η αρχή της Μοναρχίας του Θεού. Ο Πατήρ αναλαμβάνει υπεύθυνα και βεβαιώνει την ενότητα των Τριών Προσώπων μέσα σε μια τέλεια αγάπη, μέσα στη μια φύση. Η γέννηση του Υιού και η εκπόρευση του Πνεύματος φανερώνουν πρώτ’ απ’ όλα το ομοούσιό τους με τον Πατέρα, που είναι η πιο φανερή έκφραση της θεότητάς τους και της τέλειας Ισότητος των Τριών.

1. Η Παλαιά Διαθήκη

meis_027_f8

Η Παλαιά Διαθήκη παραδέχεται έναν αυστηρό μονοθεϊσμό, που διακηρύττει καθαρά ο Μωϋσής: «Άκουε, Ισραήλ, Κύριος ο Θεός ημών είς εστιν». Οι υπαινιγμοί του μυστηρίου της Τριάδος φαίνονται αμυδρά. Η αλήθεια του ξεπερνά κάθε δυνατότητα κατανοήσεως και γι’ αυτό αποκαλύπτεται κατά θείο τρόπο. Αυτό είναι το βασικό διακριτικό γνώρισμα του χριστιανισμού από την ειδωλολατρεία, τον Ιουδαϊσμό και τον Ισλαμισμό, που θεωρούν το μυστήριο του Ενός και Τριαδικού Θεού τελείως παράλογο.

Κατά τους Πατέρες δεν μπορεί κανείς να ξεδυαλύνη το μυστήριο της Αγίας Τριάδος στην Π. Δ. παρά μόνο με το φως των Ευαγγελίων. Κατά τους Εβραίους τα περισσότερα κείμενα (Γεν. 3,22. 11,7) αναφέρονται στη συνομιλία του Θεού με τους αγγέλους. Κατά τον Φίλωνα επίσης ο Άγγελος του Γιαχβέ είναι ο Λόγος με την έννοια της μονοθεϊστικής του θεολογίας, αυτός που κυβερνά τον κόσμο. Κατά τους Πατέρες όμως πρόκειται περί συνομιλίας μεταξύ των θείων Προσώπων, και ο Θεοδώρητος βλέπει στον Άγγελο του Γιαχβέ το δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδος. Σχολιάζοντας το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος» ο Άγιος Αθανάσιος προσδιορίζει ότι «ότε δοξολογούσι τα Σεραφίμ τον Θεόν, λέγοντα τρίτον Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα δοξολογούσι». «Το γαρ τρίτον τα τίμια ζώα ταύτα προσφέρειν την δοξολογίαν Άγιος, Άγιος, Άγιος λέγοντα, τας τρεις υποστάσεις τελείας δεικνύντα εστίν, ως και εν τω λέγειν το Κύριος, την μίαν ουσίαν δηλούσιν». Ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ερμηνεύει το ακαθόριστο των κειμένων με τη θεία παιδαγωγική: «Έτι δε και συνεσκιασμένως ερρέθη, εκείνο λογίζεσθαι χρή, ότι Ιουδαίοις τοις εις πολυθεΐαν ρέπουσι νομοθετών ουκ εδοκίμασε διαφοράν προσώπων εισαγαγείν ίνα και μη διάφορον φύσιν εν ταις υποστάσεσιν είναι δογματίσαντες, εις ειδωλολατρείαν εκκυλισθώσιν, αλλά το της μοναρχίας εξ αρχής μαθόντες μάθημα, κατά μικρόν το των υποστάσεων αναδιδαχθώσι δόγμα το πάλιν εις ενότητα φύσεως ανατρέχον». Έτσι οι προφητείες που αναφέρονται στο Μεσσία, καθώς και στα ονόματά Του, Εμμανουήλ, Θαυμαστός, Σύμβουλος, Θεός ισχυρός, Άρχων Ειρήνης, Σοφία και Λόγος, θα ερμηνευτούν μόνο από Αυτόν που θα τις συγκεντρώση στο Πρόσωπό Του, το Χριστό, Υιό του Θεού, Θεάνθρωπο και δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδος.

Για τη μυστικιστική ιουδαϊκή σκέψη η Τορά δεν είναι ένας απλός κώδικας εντολών και νόμων αλλά ένα Πρόσωπο ζωντανό. Αν όμως για τους Ιουδαίους μένη ακόμη τραγικά ανώνυμο, για τη χριστιανική πίστη ο Χριστός το προσωποποιεί κάνοντας από το νόμο, που οδηγείται στο πλήρωμά Του, τη χάρη.

2. Η Καινή Διαθήκη

meis_093_f4

Τα Ευαγγέλια περιέχουν την πλήρη αποκάλυψη της Τριάδος. Από τον Ευαγγελισμό ακόμη, ο άγγελος προφητεύει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και προσδιορίζει το όνομα του βρέφους, «διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού» (Λουκ. 1, 35). Η Βάπτιση του Κυρίου κάνει να λάμψη η εκθαμβωτική φανέρωση της Τριάδος. Στον αποχαιρετιστήριο λόγο Του ο Υιός αναφέρεται στον «άλλο Παράκλητο», το Άγιο Πνεύμα το «εκ του Πατρός εκπορευόμενον». Στην τάξη του Βαπτίσματος «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», το «όνομα» στον ενικό φανερώνει το δόγμα. «Εν δε όνομα των τριών, υποδηλούν την μίαν φύσιν της Αγίας Τριάδος», σχολιάζει ο Ζιγαβηνός. Ο Απόστολος Παύλος διατυπώνει την ευλογία: «Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος μετά πάντων υμών» (Β’ Κορινθ. 13,13), και ο Απόστολος Πέτρος γράφει «εκλεκτοίς παρεπιδήμοις διασποράς … κατά πρόγνωσιν Θεού Πατρός, εν αγιασμώ Πνεύματος, εις υπακοήν και ραντισμόν αίματος Ιησού Χριστού» (Α’ Πέτρ. 1,1-2).

Paul Evdokimov

Aπό: Ευδοκίμωφ, Το Άγιο Πνεύμα στην Ορθόδοξη παράδοση, μτφρ. Στέλλα Κ. Πλευράκη, εκδ. Ίδρυμα ο Ευαγγελιστής Μάρκος, Θεσσαλονίκη 1991.

851039002pentecost09

r3x-zwodotis-20,5x27,5-360,00

 

Αγία Λυδία η Φιλιππησία

Posted in Uncategorized with tags , , , , on May 20, 2015 by anazhtitis

p54-lidia-(54k-10b-lid-35)

Η αγία Λυδία καταγόταν από τά Θυάτειρα καί διέμενε στούς Φιλίππους τής Μακεδονίας. Πρόκειται γιά πρόσωπο μέ ιερή ανησυχία. Δέν τήν ανέπαυε η φιλόϋλη θρησκεία τών ειδώλων καί δέν ανεχόταν νά λατρεύη θεούς πού μάλωναν, αλλά καί οργίαζαν μεταξύ τους. Μέσα της έγινε ένας ευλογημένος σεισμός, ο οποίος γκρέμισε τά είδωλα καί συγχρόνως έγινε η αφορμή νά οδηγηθούν τά βήματά της στόν κήπο προσευχής τών Ιουδαίων. Εκεί γνώρισε τόν νόμο τού Ισραήλ καί άναψε μέσα της η δίψα γιά τήν αναζήτηση καί εύρεση τού Σωτήρα τού κόσμου, γιά τόν οποίο άκουσε αργότερα από τόν Απόστολο Παύλο.

Tήν περίοδο πού η αγία Λυδία βρισκόταν στούς Φιλίππους τής Μακεδονίας, ο Απόστολος Παύλος ήταν στήν Τρωάδα καί είδε σέ όραμα άνθρωπο ντυμένο μέ μακεδονική στολή, νά τόν παρακαλή καί νά τόν προσκαλή νά έλθη στήν Μακεδονία, λέγοντάς του: «διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν» (Πρ. ιστ’, 9). Ο Απόστολος Παύλος θεώρησε ότι αυτό ήταν θεϊκή πρόσκληση καί γι’ αυτό πήγε στήν Μακεδονία καί συγκεκριμένα στήν αρχαία πόλη τών Φιλίππων, όπου καί κήρυξε τό Ευαγγέλιο στόν τόπο προσευχής τών Ιουδαίων, δίπλα στίς όχθες τού Ζυγάκτου ποταμού. Εκεί ήταν συγκεντρωμένες πολλές θεοφοβούμενες γυναίκες, μερικές από τίς οποίες πίστεψαν στόν λόγο του. Αλλά εκείνη πού περισσότερο από όλες ενθουσιάστηκε από τό κήρυγμά του ήταν η αγία Λυδία, η οποία δήλωσε κατηγορηματικά στόν Απόστολο Παύλο ότι πιστεύει στόν Χριστό καί θέλει νά βαπτισθή, καί εκείνος τήν βάπτισε μαζί «μέ τόν οίκον αυτής». Καί έτσι έγινε η πρώτη Χριστιανή τής Μακεδονίας, αλλά καί τής Ευρώπης. Γιά νά δείξη δέ τήν ευγνωμοσύνη της, φιλοξένησε στό σπίτι της τόν Απόστολο Παύλο καί τήν συνοδεία του. Καί μάλιστα, γιά νά τό κατορθώση αυτό επέμενε πολύ, μέχρι πού τούς πίεσε. Γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στίς Πράξεις τών Αποστόλων ότι «παρεκάλεσε λέγουσα ει κεκρίκατέ με πιστήν τώ Κυρίω είναι, εισελθόντες εις τόν οίκον μου μείνατε καί παρεβιάσατο ημάς» (Πρ. ιστ’, 15).

Ο ιερός υμνογράφος, στό Απολυτίκιο τής αγίας Λυδίας, λέγει μεταξύ τών άλλων: «Τόν Θεόν σεβομένη διανοίας ευθύτητι, τό τής χάριτος φέγγος υπό Παύλου εισδέδεξαι, καί πρώτη εν Φιλίπποις τώ Χριστώ, επίστευσας θεόφρον πανοικεί…».

Ο βίος καί η πολιτεία της μάς δίνουν τήν αφορμή νά τονίσουμε τά ακόλουθα:

Πρώτον. «Τόν Θεόν σεβομένη διανοίας ευθύτητι».

Η ευθύτητα τής διάνοιας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη μέ τήν καθαρότητα τής καρδιάς, τήν αγάπη, τήν προσευχή καί τήν αληθινή λατρεία τού Τριαδικού Θεού, καί θά μπορούσαμε νά πούμε ότι είναι ο αγωγός διά τού οποίου εισέρχεται μέσα στόν άνθρωπο η Χάρη τού Θεού καί τόν αναγεννά. Γι’ αυτό καί ο Προφήτης Δαυΐδ, μετά τήν πτώση του στό διπλό αμάρτημα τού φόνου καί τής μοιχείας, αφού μετανόησε ειλικρινά, παρακάλεσε μέ δάκρυα τόν Θεό νά τού καθαρίση τήν καρδιά καί νά τού δώση «πνεύμα ευθές». «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, καί πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοίς εγκάτοις μου». Αλλά καί ο Προφήτης Ησαΐας, προτρέποντας τόν λαό νά μετανοήση καί νά επιστρέψη στήν οδό τού Θεού, έλεγε ότι ο άνθρωπος θά μπορέση νά δή τόν Σωτήρα τού κόσμου καί θά μεθέξη τής δόξης τού Θεού όταν εγκαταλείψη τούς τραχείς δρόμους τής αμαρτίας, τούς οποίους βαδίζει, καί επιστρέψη στάς λείας οδούς τού Θεού. Δηλαδή, όταν ετοιμάση κατάλληλα τόν εαυτό του μέ τήν απόκτηση ευθύτητας, ειλικρίνειας καί ταπείνωσης. «Τάδε λέγει Κύριος, ετοιμάσατε τήν οδόν Κυρίου. ευθείας ποιείτε τάς τρίβους τού Θεού ημών. πάσα φάραγξ πληρωθήσεται καί πάν όρος καί βουνός ταπεινωθήσεται, καί έσται πάντα τά σκολιά εις ευθείαν καί η τραχεία εις οδούς λείας καί οφθήσεται η δόξα Κυρίου, καί όψεται πάσα σάρξ τό σωτήριον τού Θεού» (Ησ. μ’, 4-5).
Στίς ημέρες μας, δυστυχώς, η ευθύτητα καί η ειλικρίνεια αποτελούν είδος πρός εξαφάνιση. Αντίθετα, πλεονάζουν η πονηρία, η ανειλικρίνεια, οι μηχανορραφίες καί οι δολοπλοκίες. Ο καθένας, όμως, από μάς έχει τήν δυνατότητα νά δουλέψη στόν εαυτό του καί μέ τήν Χάρη τού Θεού καί τόν προσωπικό του αγώνα μπορεί νά αποκτήση «καρδίαν καθαράν καί πνεύμα ευθές». Θά πρέπει δέ νά σημειωθή ότι η προσωπική βελτίωση τού καθενός από μάς θά βελτιώση καί τήν κοινωνία, αφού η κοινωνία αποτελείται από όλους εμάς. Είναι ο μοναδικός τρόπος γιά τήν αλλαγή τής κοινωνίας πρός τό καλύτερο καί άλλος τρόπος από αυτόν δέν υπάρχει.

Δεύτερον. «Επίστευσας θεόφρον πανοικεί».

Είναι στ’ αλήθεια ωραία εικόνα νά βλέπη κανείς μιά ολόκληρη οικογένεια νά ασπάζεται τήν αληθινή πίστη, νά βαπτίζεται καί στήν συνέχεια νά φιλοξενή στό σπίτι της τόν Απόστολο τού Χριστού μέ τήν συνοδεία του. Πράγματι, τό γεγονός αυτό -τής επικοινωνίας μέ αγιασμένους ανθρώπους- αποτελεί αληθινή ευλογία, καθώς καί πηγή έμπνευσης γιά τήν περαιτέρω πορεία όλων τών μελών τής οικογένειας, καί ιδιαίτερα τών παιδιών, αφού η σύνδεση τών παιδιών μέ ανθρώπους οι οποίοι αποτελούν υγιή πρότυπα ζωής, είναι ό,τι καλύτερο μπορεί νά συμβή στήν ζωή τους. Όταν οι γονείς αγαπούν τόν Θεό καί τούς συνανθρώπους τους, αυτό σημαίνει ότι είναι καί μεταξύ τους αγαπημένοι καί αυτό έχει μεγάλη επίδραση στήν ψυχολογία τών παιδιών, στήν διαμόρφωση τής προσωπικότητάς τους καί στήν ομαλή πορεία τους μέσα στήν κοινωνία. Τό παράδειγμα τών γονέων αποτελεί τό θεμέλιο πάνω στό οποίο κτίζεται τό πνευματικό οικοδόμημα τής ζωής τών παιδιών. Επίσης, τά παιδικά βιώματα μένουν ανεξίτηλα στήν μνήμη καί τήν καρδιά καί επομένως όταν τά παιδιά συνδέονται μέ φορείς τής ορθοδόξου παραδόσεως, τότε αγαπούν τήν δική τους παράδοση, μπορούν νά τήν ξεχωρίζουν από άλλες παραδόσεις καί δέν κινδυνεύουν νά αλλοτριωθούν σέ οποιεσδήποτε συνθήκες ζωής καί άν βρεθούν. Πολύ σωστά έχει λεχθή ότι οι λαοί καί τά έθνη πού δέν γνωρίζουν καί κυρίως δέν βιώνουν τήν παράδοσή τους απειλούνται μέ αφανισμό.

Η βίωση τής ορθόδοξης παράδοσης στήν αυθεντική της μορφή δημιουργεί τίς προϋποθέσεις γιά τήν απόκτηση εσωτερικής καθαρότητας, ευθύτητας καί ειλικρίνειας, καί όταν αυτό πραγματοποιηθή, τότε «οφθήσεται η δόξα Κυρίου, καί όψεται πάσα σάρξ τό σωτήριον τού Θεού».

Η ελπίδα ως κεντρικό μήνυμα του Χριστιανισμού

Posted in Uncategorized with tags , , , , , on March 22, 2015 by anazhtitis

article_20942

του Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Ομότ. Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Στη διάρκεια της Μ,Τεσσαρακοστής τα αποστολικά αναγνώσματα στη θεία Λειτουργία προέρχονται από την προς Εβραίους επιστολή. Το ανάγνωσμα της Δ΄Κυριακής των Νηστειών είναι σε μετάφραση το ακόλουθο:

«’Οταν ο Θεός έδωσε την υπόσχεσή του στον Αβραάμ, επειδή δεν υπήρχε ανώτερος για να ορκιστεί, ορκίστηκε στον εαυτό του, 14 λέγοντας: Σου υπόσχομαι ότι θα σ’ ευλογήσω και θα σου δώσω πολλούς απογόνους. 15 ‘Ετσι πήρε ο Αβραάμ την υπόσχεση, και με την υπομονή του πέτυχε την εκπλήρωσή της. 16 Οι άνθρωποι ορκίζονται σε κάποιον ανώτερό τους, κι ο όρκος δίνει γι’ αυτούς τέλος σε κάθε αμφισβήτηση και υποδηλώνει επιβεβαίωση. 17 Ο Θεός, λοιπόν, επειδή ήθελε να δείξει πιο καθαρά σ’ αυτούς που θα κληρονομούσαν τα όσα υποσχέθηκε, ότι η απόφασή του ήταν αμετάκλητη, την εγγυήθηκε με όρκο. 18 Για δύο λοιπόν αμετακίνητα πράγματα, για τα οποία είναι αδύνατο να διαψευστεί ο Θεός, εμείς που καταφύγαμε σ’ αυτόν οφείλουμε να μείνουμε σταθεροί σ’ αυτά που ελπίζουμε. 19 Αυτή μας η ελπίδα μάς ασφαλίζει και μας βεβαιώνει σαν άγκυρα, και μας οδηγεί στα ενδότερα του *καταπετάσματος, 20 όπου μπήκε πριν από μας και για χάρη μας ο Ιησούς, αρχιερέας για πάντα όπως ο Μελχισεδέκ» (Εβρ.6,13-20).

Η προς Εβραίους επιστολή είναι ένα από τα πιο ηρωικά κείμενα της Καινής Διαθήκης (στο εξής Κ.Δ.). Φαίνεται ότι οι παραλήπτες, Χριστιανοί εξ Ιουδαίων, αντιμετώπιζαν κοινωνικό διωγμό από τους πρώην ομοθρήσκους των, και ο ιερός συγγραφέας τους ενισχύει στην πίστη και υπογραμμίζει την ελπίδα, η οποία δεν είναι παρά η πίστη στραμμένη στο μέλλον, στα ελπιζόμενα μελλοντικά αγαθά. Ιδιαίτερα στη σημερινή περικοπή υπογραμμίζεται στους τελευταίους στίχους της η ελπίδα, που σαν άγκυρα μας επιτρέπει να μένουμε σταθεροί στην πίστη μας. Η ελπίδα που θα μας απασχολήσει σήμερα είναι βασικό στοιχείο της Χριστιανικής ανθρωπολογίας.

6882

Προκαταβολικά πρέπει εδώ να λεχτεί ότι το πρίσμα γενικά της θεώρησης του ανθρώπου στην Κ.Δ. είναι αι­σιόδοξο καί έλπιδοφόρο. Γιατί εκείνο που βασικά προσ­διορίζει τον άνθρωπο είναι το μέλλον της ανάστασης και όχι το παρελθόν του θανάτου και της αμαρτίας. Τo μέλ­λον όμως αυτό δεν είναι κενή και χωρίς περιεχόμενο έλπίδα, αλλά απορρέει από το ιστορικό γεγονός της λύ­τρωσης του ανθρώπου που επετεύχθη με τον σταυρό και την ανάσταση του Χριστού. Και ο άνθρωπος της εποχής της Π.Δ. περιμένει τη λύτρωσή του στο μέλλον, για την Κ.Δ. όμως αυτό το μέλλον έγινε ήδη παρόν, χωρίς να πάψει να είναι συγχρό­νως και συνεχώς αναμενόμενο μέλλον. Ωστόσο υπάρχει μια ένταση μεταξύ παρόντος και μέλλοντος.

Πώς όμως είναι δυνατό να μιλάει κανείς για αισιο­δοξία και ελπίδα τη στιγμή που ο θάνατος βασιλεύει ακόμη σε όλη την άνθρωπότητα; Η Κ.Δ. διδάσκει ότι η βασιλεία του θανάτου καταλύθηκε με τήν ανάσταση του Ιησού Χριστού, ο οποίος ως «πρωτότοκος εκ των νε­κρών» έγινε ή «απαρχή» της νέας ανθρωπότητας. Αν η «κεφαλή» του σώματος αναστήθηκε ήδη, παρατηρεί ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πρέπει νά περιμένει κανείς ότι το ίδιο θα συμβεί και με τα υπόλοιπα μέλη του σώματος. Η διαπίστωση αυτή δεν αίρει βέ­βαια την τρομακτικότητα του θανάτου. Για τον Σωκράτη, και την Πλατωνική φιλοσοφία γενικότερα, μπορεί ο θάνατος να είναι το ευτυχές γεγονός το οποίο αποδεσμεύει την άϋλη ψυχή από τη φυλακή του φθαρτού και υλικού σώματος, για να επιτρέψει την επιστροφή της στην αιώνια πατρίδα της. Για την Κ.Δ. όμως ο θάνατος είναι ο «έσχατος εχθρός» του Θεού και του ανθρώπου, γιατί κατέστρεψε το «καλόν λίαν» έργο του Θεού. Μπροστά στον θάνατο στέκεται με κραυγή, δέος και αγωνία και αυτός ο Ιησούς, τον κατανικά όμως με την εμπιστοσύνη στον Θεό Πατέρα και την ανάστασή του. Άπό τότε ο θάνατος έχασε την ισχύ του. Αυτοί που πέθαναν «έν Κυρίφ» θεωρούνται ως «κοιμώμενοι» κι ανήκουν όλοι, είτε ζωντανοί είτε νεκροί, στον Κύριο, ο οποίος αναμένεται να έρθει να κρίνει ζώντας και νεκρούς, όπως πιστεύει η Εκκλησία.

meis_093_f4

Ό Θεός, σε σχέση προς τον οποίο πάντοτε εξετάζεται ο άνθρωπος στην Κ.Δ., είναι ο Θεός της ιστορίας, ο δημιουργός της, ο προνοητής της και συνεπώς ο τελειωτής της με τη γενική κρίση κατά τήν «ημέρα της οργής» που θα είναι συγχρόνως και ημέρα αποκάλυψης της «δικαιοκρισίας» του (Ρωμ 2,5. Άποκ 6,17). Κρίση και ανάσταση συνδέονται στενά. Πρέπει νά σημειωθεί ότι στην Κ.Δ. δεν γίνεται λόγος για αθανασία της ψυχής – διδασκαλία γνωστή από τον Πλάτωνα – αλλά για ανάσταση του ανθρώπου ως συνόλου. Ό άνθρωπος δεν είναι αθάνατος σύμφωνα με κάποια ιδιότητα που έχει από μό­νος του, αλλά γίνεται άθάνατος και ανασταίνεται εκ νε­κρών με τη χάρη του Θεού, με μια δηλ. νέα δημιουργική πράξη του Θεού. Ο Θεός που δημιούργησε αρχικά τον κόσμο, Αυτός θα αναστήσει τελικά τον άνθρωπο από τη φθορά. Μιά τέτοια σωματική ανάσταση είναι ακατανόη­τη για έναν ΄Ελληνα φιλόσοφο. Γι’ αυτό οι Αθηναίοι, ό­ταν άκουσαν τον Απ.Παύλο στον ΄Αρειο Πάγο να μιλάει για ανάσταση νεκρών, «έχλεύαζον» (βλ. Πράξ 17,32). Ειρωνικά γέλια έφερε στα πρόσωπά τους η σκέψη ότι είναι ποτέ δυνατό το υλικό αυτό δεσμωτήριο, το σώμα, να αναστηθεί, για να γίνει πάλι η αιώνια φυλακή της ψυχής! Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η «καινή διδαχή» της Κ.Δ., στο ότι μιλάει για μέλλουσα σωματική ζωή του ανθρώ­που, χρησιμοποιώντας για να τη χαρακτηρίσει την έκ­φραση «σῶμα πνευματικόν» (Α’ Κορ 15,44) -ένας συν­δυασμός λέξεων τόσο ακατανόητος για έναν αρχαίο Έλληνα, όσο και η έκφραση «σῶμα ψυχικόν». Ωστόσο, ή μέλλουσα ύπαρξη του ανθρώπου είναι άκατανόητη χωρίς το σώμα.

Το σώμα για τους συγγράφεις της Κ.Δ. και ιδιαίτερα για τον Απ. Παύλο, δεν είναι μόνο μιά βιολογική πραγματικότητα αλλά μια έννοια ευρύτερης ανθρωπολογικής σπουδαιότητας, γιατί με τον όρο αυτό δεν δηλώνεται απλώς η εξωτερική ανθρώπινη υλική μορ­φή, αλλά έκφράζεται το ανθρώπινο εγώ στην ολότητά του και στη συγκεκριμένη του ορατή έκφραση, είναι το ανθρώπινο πρόσωπο ως σύνολο στη δυνατότητά του να επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους.

Με την έννοια αυτή το σώμα κατά την Κ.Δ. δεν εί­ναι εκ φύσεως κακό. Μπορεί να γίνει όργανο αμαρτίας, οπότε στην περίπτωση αυτή ονομάζεται από τον Απ.Παύλο «σῶμα άμαρτίας» και «σῶμα θανάτου» (Ρωμ 6,6. 7,24. Κολ 2,11), μπορεί όμως επίσης να είναι και κατοικητήριο και «ναός τοῦ ἐν ήμῖν ἁγίου Πνεύματος» (Α’ Κορ 6,19). Εάν σε μερικές περιπτώσεις το σώμα γίνεται εμπόδιο στην επίτευξη της πνευματικής ζωής, αυτό δεν οφείλεται στο ότι είναι ενωμένο με την ψυχή, όπως θα έλεγε ο Πλά­των, αλλά στο ότι αντίθετα δεν είναι απόλυτα και αρμονικά ενωμένο μαζί της, με κύρια αιτία της διάσπασης αυτής την αμαρτία. Ο απόστολος Παύλος μιλώντας για την αμαρτία και τον «παλαιό άνθρωπο» χρησιμοποιεί συ­νήθως τον όρο «σάρξ», ενώ τη λέξη «σῶμα» την επιφυλάσσει για περιπτώσεις όπου γί­νεται λόγος για τη μέλλουσα δόξα του πιστού. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν γίνεται ποτέ λόγος για ανάσταση της σάρκας – αντίθετα μάλιστα λέγεται ρητά ότι «σάρξ καὶ αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύναται» (Α΄ Κορ 15,50) – ενώ τή μέλλουσα ζωή του πιστού δεν μπορεί να τη διανοηθεί ο Απ. Παύλος χωρίς το σώμα, το οποίο όμως θα μετασχηματιστεί σε «σῶμα τῆς δόξης» ή «σῶ­μα πνευματικόν». Η σωματικότητα αποτελεί βασική διάσταση του ανθρώπου και στην παρούσα και στη μέλ­λουσα ζωή. Γενικότερα λοιπόν μπορεί να λεχτεί ότι στην Κ.Δ. το σώμα δεν ύποτιμαται σαν κακό υλικό στοιχείο εκ φύσεως, αλλά εξευγενίζεται ακόμη περισσότερο κάτω από το φως της σωματικής ανάστασης του Χριστού.

Η σωτηρία λοιπόν του ανθρώπου δεν επιτυγχάνεται με τη «φυγή» από την ύλη ή την απαλλαγή από το σώμα, αλλά είναι μια μεταμόρφωση όλου του ανθρώπου και ό­λης της «κτίσεως» μαζί του, μέσα στον «καινό οὐρανὸ» και την «καινὴ γῆ» του κόσμου της Ανάστασης.

http://www.amen.gr/