Archive for αγιοτητα

Ο Σφυγμός του Αγίου Όρους (β’ μέρος)

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , on October 9, 2015 by anazhtitis

2. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γιά τό Άγιον Όρος

sfantul-grigorie-palama-14

Από φοιτητής ασχολήθηκα ιδιαίτερα μέ τόν βίο καί τήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά καί σέ αυτό οφείλω μεγάλη ευγνωμοσύνη στόν μακαριστό Καθηγητή μου Παναγιώτη Χρήστου καί τούς τότε συνεργάτες του, γιατί μάς άνοιξαν τά μάτια σέ αυτή τήν διδασκαλία πού είναι η καρδιά τής ορθόδοξης θεολογίας, αλλά καί τού Αγίου Όρους, αλλά καί μάς συνέδεσαν μέ τό Αγιώνυμο Όρος.

Βρείτε εδώ ένα κείμενο του μοναχού Μωϋσή Αγιορείτη σχετικά με την ησυχαστική παράδοση του Αγίου Όρους και τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.

Στίς περίφημες τριάδες του, τό γνωστότερο έργο του περί τών ιερώς ησυχαζόντων, υπάρχει καί μιά θαυμάσια αναφορά γιά τό Άγιον Όρος. Αναφερόμενος ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στόν όσιο καί ομολογητή Νικηφόρο γράφει: «Βίον αιρείται καί ακριβέστερον, δηλαδή τόν μονήρη, τόπον δέ πρός κατοικίαν τόν τής αγιωσύνης επώνυμον, εν μεθορίω κόσμου καί τών υπερκοσμίων (Άθως ούτός εστιν, η τής αρετής εστία), ενδιαιτάσθαι προθυμηθείς». Από τό χωρίο αυτό καί τά όσα προηγούνται καί έπονται μπορούμε νά σχολιάσουμε δύο σημεία.

image1

Τό πρώτον ότι ο Άθως είναι τό επώνυμο τής αγιωσύνης, δηλαδή τό Άγιον Όρος είναι ο αγιασμένος τόπος, αφού είναι τό μεθόριον μεταξύ τού κόσμου καί τών υπερκοσμίων, η εστία τής αρετής. Είναι επώνυμος τής αγιότητος, γιατί εκεί κατοικούν μοναχοί πού αγιάζονται. Άλλωστε, γνωρίζουμε από τήν ορθόδοξη θεολογία ότι η Χάρη τού Θεού από τήν ψυχή διαπορθμεύεται στό σώμα καί από εκεί σέ ολόκληρη τήν κτίση. Τά πάντα αγιάζονται από τήν Χάρη τού Θεού διά τού αγιασμένου ανθρώπου. Τό Άγιον Όρος είναι ένας τόπος μεταξύ τού κόσμου καί τών υπερκοσμίων, αφού σέ αυτό μένουν επίγειοι άγγελοι καί ουράνιοι άνθρωποι. Είναι μεταξύ τού κόσμου καί τού Παραδείσου, στήν πραγματικότητα είναι ο προθάλαμος, ο πρόναος τής θείας Λειτουργίας, πού τελείται στόν ουρανό, όπως τήν περιγράφει τό βιβλίο τής Αποκαλύψεως τού Ευαγγελιστού Ιωάννου. Είναι εστία τών αρετών, γιατί εκεί εξασκείται η πρακτική φιλοσοφία, η άσκηση μέ τήν νηστεία, τήν αγρυπνία καί τήν προσευχή, πού είναι η επίβαση τής θεωρίας.

Βρείτε εδώ μια έγχρωμη λιθογραφία του Ευαγγελιστή της αγάπης, Ιωάννη του Θεολόγου, δια χειρός της αδερφότητας των Καρτσωναίων μοναχών από τη Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννας στο περιβόλι της Παναγίας.

Τό δεύτερον είναι ότι στό χωρίο αυτό τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά καί σέ όλη αυτήν τήν ενότητα καταγράφεται σαφέστατα η διαφορά τής θεολογίας καί τού τρόπου ζωής μεταξύ τού οσίου Νικηφόρου καί τού δυτικόφρονος Βαρλαάμ.

τυρεθ1_2-620x738

Ο Νικηφόρος ήλκε τό γένος «εξ Ιταλών», κατέρριψε τήν κακοδοξία τους καί προσεχώρησε στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία ορθοτομεί τόν λόγο τής αληθείας. Πήγε στό Άγιον Όρος, υποτάχθηκε στούς εγκρίτους τών Πατέρων, δείχνοντας γιά πολύ χρόνο τήν ταπείνωσή του, προσέλαβε από εκείνους τήν τέχνη τής ειρήνης, δηλαδή τήν πείρα τής ησυχίας, καί έγινε αρχηγός αυτών πού αγωνίζονται μέ τόν κόσμο τής διανοίας, δηλαδή τούς λογισμούς καί τίς φαντασίες, καί παλεύουν μέ τά πνευματικά τής πονηρίας, οπότε έγινε διδάσκαλος τών μοναχών στήν ησυχαστική παράδοση. Επειδή έβλεπε ότι πολλοί αρχάριοι δέν μπορούσαν νά συγκρατήσουν ούτε μετρίως τήν αστάθεια τού νού τους, ο όσιος Νικηφόρος πρότεινε τόν τρόπο μέ τόν οποίον ήταν δυνατόν νά συστείλουν μετρίως «τό πολυπόρευτον καί φαντασιώδες» τού νού. Σέ άλλο σημείο ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναφερόμενος στόν όσιο Νικηφόρο, γράφει ότι γιά πολύ καιρό πέρασε «εν ηρεμία καί ησυχία», έπειτα εισήλθε στά ερημικότερα μέρη τού Αγίου Όρους, καί αφού συγκέντρωσε διάφορα πατερικά χωρία «τήν νηπτικήν ημίν αυτών παρέδωκεν πράξιν».
Από τίς αναφορές αυτές τού αγίου Γρηγορίου Παλαμά φαίνεται η μέθοδος τής ευσεβείας καί τής ησυχαστικής ζωής. Προηγείται η υπακοή στούς πεπειραμένους Πατέρας, μέσα σέ ζωή υπακοής, ησυχίας καί ηρεμίας, καί ακολουθεί η παραλαβή τής τέχνης τής ειρήνης τών λογισμών. Μέ τήν ειδική αυτή τέχνη τής νοεράς ησυχίας οι μοναχοί συστέλλουν τόν νού από τίς φαντασίες καί τήν διάχυσή του στό περιβάλλον, καί μέ τόν τρόπο αυτόν νικούν τά πνεύματα τής πονηρίας καί λαμβάνουν τό στεφάνι τής νίκης.

Μάθετε εδώ περισσότερα για τη ζωή των μοναχών στο Άγιο Όρος

Αντίθετα, ο φιλόσοφος Βαρλαάμ, ενώ ήλθε καί εκείνος από τήν Ιταλία, εν τούτοις κράτησε τήν «κακοδοξία». Καί «ο φιλόσοφος ούτος τήν εαυτού φαντασιώδη πολύνοιαν επαφήκεν, οίόν τι πύρ, τώ κωλύοντι καθάπερ ύλη χρησάμενον» εναντίον τού Νικηφόρου καί τής διδασκαλίας του. Δέν σεβάσθηκε τήν ομολογία του καί τήν εξορία του, δέν σεβάσθηκε εκείνους πού εκπαιδεύθηκαν από αυτόν στά θεία, διά τών οποίων ο Θεός στόλισε καί συνεκρότησε τήν Εκκλησία Του. Έτσι, ενώ ο όσιος Νικηφόρος ακολούθησε τήν ησυχαστική μέθοδο, ο φιλόσοφος Βαρλαάμ στηρίχθηκε στήν φιλοσοφία καί τόν φαντασιώδη νού ενώ ο Νικηφόρος υποτάχθηκε στούς Πατέρας, παραλαμβάνει τήν τέχνη τής ησυχίας καί γεννά λαμπρούς μαθητάς, ο Βαρλαάμ προσβάλλει καί ατιμάζει τά συγγράμματα τών αγίων καί τήν μέθοδο μέ τήν οποία ο άνθρωπος αποκτά τήν γνώση τού Θεού. Δύο κόσμοι διάφοροι μεταξύ τους, ο ένας κόσμος είναι τής ορθόδοξης ζωής, ο άλλος κόσμος είναι τής ζωής τής στοχαστικής καί σχολαστικής.

MOISSIS

Ο π. Μωϋσής στό τρίτομο έργο του περιγράφει τούς αγιορείτες Πατέρες τού εικοστού αιώνος, οι οποίοι ακολούθησαν τήν ζωή καί τήν μέθοδο τού οσίου Νικηφόρου καί όχι τού Βαρλαάμ. Καί αυτό είναι σημαντικό γιατί αυτήν τήν διαφορά μεταξύ τών δύο αυτών ανθρώπων τήν συναντάμε καί σήμερα στήν εκκλησιαστική μας ζωή. Υπάρχουν μοναχοί καί λαϊκοί πού αγαπούν τήν ορθόδοξη ησυχαστική παράδοση καί άλλοι πού ακολουθούν τήν βαρλααμική παράδοση, η οποία είναι στήν πραγματικότητα η σύγχρονη λεγόμενη μεταπατερική θεολογία. Γι’ αυτό τό έργο τού π. Μωϋσή είναι σημαντικό, αφού μάς δείχνει τό Άγιον Όρος ως τό μεθόριο μεταξύ τού κόσμου καί τών υπερκοσμίων, ως εστία τής αρετής καί ως τό επώνυμο τής αγιότητος, πού συνεχίζει τήν παράδοση τών μεγάλων ασκητών τής Εκκλησίας.

Βρείτε εδώ ένα εξαιρετικό άρθρο του γέροντος Εφραίμ του Φιλοθεΐτη στο οποίο αναφέρεται στον μοναχισμό ως το άμισθο ιατρείο στο οποίο ο άνθρωπος έρχεται για να γίνει καλά.

(Συνεχίζεται)

http://www.parembasis.gr

Advertisements

Τι σημαίνει Άγιος για την Εκκλησία

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , , on September 12, 2015 by anazhtitis

Ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαδάκης ομιλεί για τη θέση των Αγίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία τονίζοντας τι σημαίνει Άγιος για την Εκκλησία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, οι Άγιοι είναι το μεγαλύτερο κεφάλαιο της Εκκλησίας. Ό,τι πολυτιμότερο έχει η Ορθοδοξία και το κρατάει αυθεντικό. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί προσκυνούν τις εικόνες των αγίων και τα άγια λείψανά τους. Η παράδοση της Αγίας Εκκλησίας διατηρείται ακέραιη ανά τους αιώνες, από τους Αγίους Αποστόλους και τους μάρτυρες μέχρι σήμερα. Με τη ζωή και τα θαύματά τους μας διδάσκουν και επεμβαίνουν ευεργετικά στη ζωή μας και πρεσβεύουν για τη σωτηρία μας. Όλη η Θεολογία της Εκκλησίας συνκεφαλαιώνεται μέσα σε μια φράση «σάρκωσις του Θεού και θέωσις του ανθρώπου. Οι άγιοι είναι οι θεωμένοι και οι δοξασμένοι. Κάνει επίσης λόγο για τους σύγχρονους Αγίους της Εκκλησίας, Πορφύριο και Παΐσιο που πρόσφατα συμπεριλήφθησαν στο επίσημο αγιολόγιο της Εκκλησίας.

Διαβάστε εδώ για του Αγίους του Αγίου Όρους,

καθώς και ένα άρθρο του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη για το νόημα της αγιότητας.

 

Ποιος είναι ο σκοπός της χριστιανικής άσκησης, πως διατηρείται και που σταματά;

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , on August 20, 2015 by anazhtitis

άσκσηησ

Όλοι οι όσιοι και οσίες της Εκκλησίας μας έφτασαν στο ποθούμενο μέσω της άσκησης. Ο όρος άσκηση χρησιμοποιείται ευρέως θα λέγαμε από τους θεολόγους και ιερείς στα κηρύγματα. Όλοι προτρέπουν τους πιστούς να ασκηθούν, να αποκτήσουν ασκητικό φρόνημα διότι διαμέσου αυτού όπως υποστηρίζεται θα καταφέρουμε όλοι μας να συναντήσουμε τον Χριστό.
Τι είναι όμως η άσκηση και που τελειώνει;

Κατ’ αρχήν να αναφέρουμε ότι χριστιανική ζωή και άσκηση θα πρέπει να νοούνται σαν δύο έννοιες ενός κοινού βιώματος. Δεν μπορεί να νοηθεί χριστιανική ζωή χωρίς άσκηση και ορθόδοξη άσκηση εκτός χριστιανικής μυστηριακής ζωής.

Η σωτηρία του ανθρώπου, δηλαδή η ολοκλήρωση του προϋποθέτει μία αδιάκοπη εσωτερική μεταστροφή του ανθρώπου, δηλαδή μετάνοια, αλλαγή του νου και των κριτηρίων, πέρασμα από το μέτρο ζωής του κόσμου που είναι η ευζωία και καλοπέραση, στο μέτρο ζωής της αγάπης που είναι η άσκηση. Και άσκηση σημαίνει απάρνηση του εγώ, δυναμική πάλη του ανθρώπου να υπερβεί τα απρόσωπα –ατομικά- στοιχεία της βιολογικής του φύσης, και να ολοκληρωθεί μέσα από τη σχέση του με το Θεό και τους συνανθρώπους του, που μόνο με την αγάπη μπορεί να πραγματωθεί.
Ο θεσμός της Εκκλησίας λοιπόν πολύ ορθά και σοφά καλεί όλα τα μέλη της να ασκηθούν, δηλαδή να μπουν στην διαδικασία της εκούσιας στέρησης (όποια κι αν είναι αυτή) ώστε να απαγκιστρωθούν σιγά σιγά από τα επίγεια και να γεμίσουν με έρωτα προς τα ουράνια.

Μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας, η άσκηση είναι «φιλοκαλία», έρωτας για το κάλλος της «ατέλεστης τελειότητας» που είναι η προσωπική ολοκλήρωση, όχι απλά η αποκατάσταση της εικόνας του ανθρώπου στην προπτωτική κατάσταση αλλά κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Δεν αναζητούμε εμείς οι χριστιανοί τον χαμένο αισθητό Παράδεισο των πρωτοπλάστων, αλλά ελπίζουμε να εισέλθουμε κάπου πολύ ανώτερα, στην Βασιλεία του Θεού. Εκεί όπου κυριαρχεί μόνο η Αγάπη, εκεί όπου το Φως της παρουσίας του Χριστού θα κάνει τους ανθρώπους πεπληρωμένους, κατά χάριν θεανθρώπους.

Σήμερα για ένα πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων, «ορθόδοξων χριστιανών», η άσκηση, ακόμα και σαν έννοια ή λέξη είναι ακατανόητη. Αν μιλήσει κανείς σήμερα για νηστεία και εγκράτεια και εκούσιο περιορισμό των ατομικών επιθυμιών, είναι σίγουρο πως θα εισπράξει χαμόγελα συγκατάβασης και ειρωνείας.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο, που δεν επιτρέπει στο σύγχρονο άνθρωπο να φθάσει στη κοινωνία μετά του Θεού είναι ακριβώς αυτό: ότι προσπαθεί να Τον γνωρίσει με λάθος τρόπο, χρησιμοποιώντας λανθασμένα μέσα, εκτός Εκκλησίας. Απορρίπτει το μυστήριο της αγάπης και παραμένει θεληματικά στην επιφάνεια μιας στείρας πίστης η οποία στην καλύτερη περίπτωση σημαίνει απλά «παραδοχή της ύπαρξης του Θεού» και όχι εμπιστοσύνη και παράδοση στη Θεία Του Πρόνοια.

Αυτό βέβαια, δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να έχουν τις «μεταφυσικές τους πεποιθήσεις», να πιστεύουν σε κάποιο «ανώτερο ον» ή στον «γλυκύ Ιησού», που δίδαξε μια θαυμάσια ηθική και τίποτα παραπάνω. Αλλά το ερώτημα είναι, τι χρειάζονται οι «μεταφυσικές πεποιθήσεις» όταν δεν οδηγούν στην Σωτηρία; Τι μας χρειάζεται ένας ηθικιστής Ιησούς όταν δεν προσφέρεται από αγάπη σε όλους; Τι μας χρειάζεται ένας Θεός ο οποίος δεν συγχωρεί τους αμαρτωλούς, δεν ελεεί τους μετανοούντας, δεν γίνεται ένα με εμάς;

Όμως ο Χριστός των αγίων είναι ο Χριστός των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας και όχι ένας θεός που τον κόβουμε και τον ράβουμε στα μέτρα μας. Οι άγιοι προσέφεραν τον εαυτό τους, την ζωή τους, όλη τους την ύπαρξη στον Αληθινό Χριστό, ο οποίος είναι Αγάπη, είναι Αλήθεια, είναι το πρότυπο ζωής και για όλους εμάς που φέρουμε το όνομα χριστιανός.
Και χριστιανός σημαίνει να ζει κάποιος στο πνευματικό κλίμα της Βασιλείας του Θεού. Δηλαδή, να αγαπά τους πάντες και τα πάντα να μπορεί να συγχωρεί τους άλλους, να ζει με τους άλλους για τους άλλους… να ολοκληρώνεται σαν ύπαρξη μοιράζοντας και προσφέροντας την ζωή του στην διακονία του πλησίον.

Τα ασκητικά αγωνίσματα που θεσπίστηκαν από την Εκκλησία μας είναι το ελάχιστο αντίδωρο που μπορούμε να δώσουμε στον Χριστό μας για το δώρο της Αγάπης Του. Γι’ αυτό βλέπουμε οι Όσιοι και οι Όσιες πραγματοποίησαν (για εμάς) ακατανόητες και υπέρ του μέτρου ασκήσεις (νηστείες- αγρυπνίες- προσευχές-ορθοστασίες-ζώντας στο κρύο/στην ζέστη/σε σπηλιές/σε δέντρα/σε στύλους/έγκλειστοι- αλουσία κ.α.).

Πως κατάφεραν λοιπόν να τα κάνουν όλα αυτά και γιατί; Κατάφεραν να ασκηθούν τόσο πολύ όχι επειδή βλέπανε τι ελάχιστο προτείνει ο θεσμός της Εκκλησίας αλλά συνειδητοποίησαν το μέγεθος της Αγάπης του Θεού.

Όταν ο άνθρωπος καταλάβει πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη του Θεού και πόσο σημαντικό για τον καθένα προσωπικά είναι αυτό, τότε όλα του φαίνονται λίγα. Ότι και αν κάνει – όσο και αν ασκηθεί – είναι λίγο μπροστά στην Αγάπη Του. Ότι και αν θυσιάσει σ’ αυτήν την ζωή είναι ελάχιστο μπροστά στην Θυσία Του. Όσο κι αν αδικηθεί είναι λίγο μπροστά στην Αδικία που υπέστη Εκείνος για εμάς, από εμάς. Γι’ αυτό και η άσκηση των Αγίων ξεπέρασε τους νόμους της πεπτωκυίας φύσεως ή μάλλον ποιο ορθά: Έκανε τους ανθρώπους αυτούς-τους Αγίους- να ζουν φυσιολογικά τείνοντας συνεχώς προς την Αλήθεια και την Αγάπη.

Η άσκηση όταν γίνεται όχι γιατί πρέπει αλλά κινούμενη από αγάπη τότε γίνεται ανάπαυση και όχι δυσφορία. Όταν η άσκηση γίνεται με πνεύμα θυσιαστικό και ταπεινό, ελεύθερα, τότε δεν γίνεται με κατήφεια αλλά με χαρά και δοξολογία.

Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι η άσκηση από μόνη της δεν σώζει, εάν δεν συνδυάζεται με ταπείνωση, με μετάνοια και εξομολόγηση, με συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, με υπακοή στον πνευματικό μας, με συγχωρετικότητα και αγάπη.

Η άσκηση δεν δρα μαγικά πάνω στον άνθρωπο, αλλά είναι το θεμέλιο ώστε να υπάρξει η καλή αλλοίωση του είναι μας.
Η άσκηση δεν έχει όρια, δεν πρέπει να μένει στους τύπους και στα εξωτερικά γνωρίσματα. Η άσκηση είναι για τον καθένα διαφορετική αλλά το ίδιο σημαντική. Γι’ αυτό και η μάνα Εκκλησία θέσπισε κάποια μικρά ασκητικά αγωνίσματα κοινά για όλους όπως είναι οι καθορισμένες νηστείες, ώστε όλοι οι χριστιανοί να ζουν έστω με την ελάχιστη άσκηση, ώστε να βρίσκονται σε πνευματική εγρήγορση.

Να μου επιτραπεί να πω ότι ο άνθρωπος μπορεί να σταματήσει την άσκηση μόνο όταν αποκτήσει την Χριστομίμητη Αγάπη. Διότι η άσκηση αυτόν τον σκοπό έχει: ο άνθρωπος να καθαρθεί και να γίνει ένα απέραντο δοχείο Αγάπης το οποίο θα μοιράζεται σε όλους δια του Χριστού και δια της μοιρασιάς θα αυξάνεται εν Χριστώ.
Μπορούμε λοιπόν να μην ασκούμαστε πλέον εάν ενωθήκαμε με τον Χριστό, εάν γίναμε κατά χάριν θεάνθρωποι, εάν γίναμε κατά χάριν Άγιοι. Αλλά ποιος από μας μπορεί να επικαλεστεί κάτι τέτοιο;

Χρειάζεται λοιπόν η άσκηση στην ζωή μας. Έστω η διάθεση να γίνουμε όχι απλά καλύτεροι άνθρωποι, αλλά αγιότεροι. Και η αγιότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία δια του Μυστηρίου της Αγάπης.

Κάθε ασκητικό πάλαισμα μας φέρνει και πιο κοντά στην κάθαρση και στον θείο φωτισμό, όμως η μεγαλύτερη άσκηση είναι η άσκηση της Αγάπης. Ο άνθρωπος δηλαδή ο οποίος ασκεί στην πράξη την αγάπη κάνει και την μεγαλύτερη άσκηση.

Η αγάπη θα μας κάνει να σιωπήσουμε σε έναν βαρύ και άδικο λόγο που θα ακούσουμε, η αγάπη θα μας κάνει να προσευχηθούμε για τον αδελφό μας, η αγάπη θα μας οδηγήσει στην ταπείνωση και η ταπείνωση στην αύξηση της αγάπης, η αγάπη θα συνθλίψει μέσα μας την κατάκριση του άλλου, την μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας.
Όποιος αποκτά την εμπειρία της τέλειας αγάπης, αποκτά ταυτόχρονα και την εμπειρία της τέλειας ταπεινώσεως. Γιατί η αληθινή ταπείνωση δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τους ανθρώπους που δεν έχουν γευθεί την εν Χριστώ αγάπη· τη θεωρούν μωρία και την αποστρέφονται.

Λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Το να θαυμάζη κανείς τους κόπους των Αγίων είναι καλό. Το να ζηλεύη να τους μιμηθή είναι σωτήριο. Αλλά το να θέλη διά μιάς να τους μιμηθή είναι παράλογο και ακατόρθωτο». Κανείς δεν υποστηρίζει ότι όλοι μας θα πρέπει με μιας να ασκηθούμε όπως οι ερημίτες ή κάποιοι πολύπειροι μοναχοί οι οποίοι κατάφεραν να φτάσουν σε μεγάλα ύψη αρετής διαμέσου διαφόρων πνευματικών ασκήσεων. Οι περισσότεροι χριστιανοί μένουν στον κόσμο, έχουν οικογένειες, παιδιά, εργασίες, διάφορες υποχρεώσεις. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει ή ότι δεν χρειάζεται να ασκούνται στο μέτρο του δυνατού.

Ο δρόμος της ζωής μας θα πρέπει να είναι μία θυσία προς τους άλλους και προς τον Θεό. Δεν νοείται χριστιανός ο οποίος να αποστρέφεται κάποιον συνάνθρωπό του, δεν νοείται χριστιανός ο οποίος να υποστηρίζει ότι ζει εν Χριστώ χωρίς να έχει συγχωρετικότητα. Λέγει επί τούτο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστὶν ἐν ἡμῖν».

Μέσα στην καθημερινότητα της ζωής μας ξεχνούμε κάτι βασικό ότι: θα πεθάνουμε. Όσο ξένο, αποκρουστικό, κακόηχο και αποτρόπαιο μας ακούγεται το ότι «θα πεθάνουμε» είναι μία πραγματικότητα την οποία δεν την έχουμε αποδεχτεί στην ζωή μας.

Ζούμε και κινούμαστε μη έχοντας μνήμη θανάτου, με αποτέλεσμα εύκολα να πέφτουμε στις παγίδες του διαβόλου, εύκολα να ενδίδουμε στους πειρασμούς του κόσμου.
Η ζωηρή μνήμη του θανάτου διατηρεί στην ζωή μας την άσκηση και την διάθεση μετανοίας. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζούμε μίζερα έχοντας την κατήφεια ζωγραφισμένη μόνιμα στα πρόσωπά μας. Η μνήμη θανάτου που διατηρεί το ασκητικό φρόνημα, κάνει την ψυχή μας λεπτή και τρυφερή, μας μεταμορφώνει σε καινούς ανθρώπους οι οποίοι βιώνουν την ζωή, σαν ευκαιρία αγιασμού. Τους άλλους, σαν ανάπαυσή τους. Τον θάνατο, σαν πέρασμα στην Ζωή.
«Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).

Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσουμε σαν την τελευταία της ζωής μας.
Όντως, ο άνθρωπος εκείνος που ζει σαν ετοιμοθάνατος θα ζήσει προσεκτικά. Ο άνθρωπος αυτός θα ζήσει ασκητικά, συγχωρώντας και αγαπώντας τους άλλους.
Η άσκηση σε συνδυασμό με την μνήμη θανάτου θα μας οδηγήσουν στην ειρήνη της ψυχής μας, θα μας εισαγάγουν μέσα στην απύθμενη άβυσσο της εν Χριστώ Αγάπης η οποία αν και μοιράζεται σε όλους δεν δαπανάτε ποτέ γιατί η πηγή της δεν είναι η δική μας δήθεν αξιώτητα ή αγιότητα αλλά είναι ο ίδιος ο Άκτιστος Θεός, ο οποίος «αγάπη εστί» (Α’ Ιωάννου 4:8)

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

http://lllazaros.blogspot.gr/

 

Υπάρχουμε για να γίνουμε άγιοι

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , , , on July 8, 2015 by anazhtitis

Του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη (†2014). Άραγε ο κύριος σκοπός της ζωής του ανθρώπου στη ζωή του και στη Γη αυτή είναι η κατάκτηση της αγιότητος; Υπάρχουμε για να γίνουμε άγιοι.

uparxoume-gia-na-ginoume-agioi-1

Η αποτυχία αυτής της επιτεύξεως αποτελεί τη μεγαλύτερη τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Όμως πώς θεωρείται σήμερα η αγιότητα; Πώς στεκόμαστε απέναντί της, πώς την αντικρίζουμε και πώς τη ζούμε; Πώς μπορούμε να τη βρούμε και να τη χάσουμε, να τη χρησιμοποιήσουμε και να την εκμεταλλευθούμε ακόμη;

Η αγιότητα δεν εξαφανίζει την ανθρώπινη προσωπικότητα. Δεν καταστρατηγεί την ανθρώπινη ελευθερία και βούληση, τη μοναδικότητα και ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου. Η αγιότητα δεν είναι τηλεκατευθυνόμενη και κατασκευή πανομοιότυπων αγαλμάτων. Υπάρχει μια λαθεμένη αντίληψη πολλών περί της αγιότητος. Ο μυροβόλος συναξαριστής έχει πάμπολλα ξεχωριστά, ωραία παραδείγματα, από τη Δύση την Ανατολή, ανδρών και γυναικών, νέων και γέρων, μορφωμένων και αγραμμάτων, εγγάμων και αγάμων, κληρικών και λαϊκών, κλειστών και ανοιχτών τύπων και χαρακτήρων.

uparxoume-gia-na-ginoume-agioi-2

uparxoume-gia-na-ginoume-agioi-3

Η αγιότητα ως κάτι το θείο και ιερό προκαλεί γενικά ένα δέος και σεβασμό, θαυμασμό και γοητεία, αλλά πρέπει να πούμε πως μερικές φορές είναι συνυφασμένη με μύθο, υπερβολή κι εξωπραγματικότητα. Ο άγιος θεωρείται εντελώς ξεκομμένος από κάθε τι το κοσμικό. Η πηγή της αγιότητος, η αυτοαγιότητα και αυτοαγαθότητα είναι ο Θεός. Η μετοχή σε Αυτόν την προσφέρει. Οι πρώτοι χριστιανοί ονομάζονταν άγιοι, για να υπενθυμίζεται ο σκοπός της ζωής τους. Η αγιότητα σήμερα θεωρείται απόμακρη, απόκοσμη, ακατόρθωτη. Δωρεά για την επίλεκτη αριστοκρατία του πνεύματος. Στην αγιότητα δόθηκε μία καθαρά ηθικιστική διάσταση που δεν την χαρακτήριζε την ιδιότητα της ουσίας του χριστιανού.

Η αγιότητα δεν είναι πρωτάθλημα, πρωταγωνιτισμός, υπερφυσικό κατόρθωμα, ανδραγάθημα φοβερό και κατάκτηση ρεκόρ. Η αγιότητα δεν έχει φωτεινή επιγραφή, αστραποβόλο φωτοστέφανο, φαντασμαγορική επίδειξη σημείων και ανάγκη διαφήμισης, διάχυσης και χειροκροτήματος. Αγαπά να ζει στην αφάνεια, την αδοξία, την ασημότητα, τη σιωπή, τη μετάνοια και την ταπείνωση. Η αγιότητα είναι κοινωνία με τον Πανάγιο Θεό, δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα. Η αγιότητα είναι η αληθινή ισορροπία, η πραγματική υγεία, η ουσιαστική σχέση με τον Θεό. Η υπακοή στην εντολή του να γίνουμε άγιοι όπως είναι Αυτός. Το θέλημα του Θεού είναι ο αγιασμός μας.

uparxoume-gia-na-ginoume-agioi-4

uparxoume-gia-na-ginoume-agioi-5

Αγιότητα σημαίνει ν’ ακολουθείς τον Χριστό και στη Γεσθημανή και στον Γολγοθά. Η αγιότητα δεν μεταδίδεται, δεν κερδίζεται με μόνο αναγνώσεις βιβλίων και μακρών συζητήσεων στα σαλόνια. Καλείται κανείς να δώσει αίμα, για να λάβει πνεύμα. Να παλέψει επίμονα και υπομονετικά για να νικήσει το άγριο θηρίο της πολυκέφαλης υπερηφάνειας. Ο άγιος νικά τη φιλαυτία, τη φιλοσαρκία, τη φιλοδοξία και τη φιλοχρηματία με τη φιλοθεΐα, τη φιλανθρωπία, τη φιλαδελφία, τη φιλοτεκνία και τη φιλάρετη ζωή.

uparxoume-gia-na-ginoume-agioi-6

Οι άγιοι, κατά τον μακαριστό Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, είναι το πραγματούμενο ανά τους αιώνες ευαγγέλιο, ο επεκτεινόμενος Χριστός. Μας απέδειξαν έμπρακτα πως οι ευαγγελικές αρετές είναι πραγματοποιήσιμες.

Πολλοί προσκυνητές σήμερα του Αγίου Όρους ζητούν μεγάλους αγίους, για να λύσουν τα προβλήματά τους. Τους αγίους δηλαδή και τον Χριστό και την εκκλησία τους έχουμε και τους θέλουμε από καθαρό συμφέρον, για να περνάμε ανενόχλητα, καλά. Υπάρχει μία μαγική αντίληψη για την αγιότητα, τα ιερά μυστήρια και την Εκκλησία. Αυτό αποτελεί τη θρησκειοποίηση της Ορθοδοξίας. Οι άγιοι, μας έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος, θ’ αγαπούν τον Χριστό ακόμη και αν δεν υπήρχε ο παράδεισος!…

Η αληθινή αγιότητα, γιατί δυστυχώς υπάρχει και η ψευδοαγιότητα, δεν είναι με τους δυνατούς προβολείς, τα μεγάφωνα, τα φώτα, τον κρότο, τους κράχτες και την προβολή. Υπάρχει κρυμμένη και στο Άγιον Όρος και στην πόλη και στο χωριό. Θάλλει στη μυστικότητα, την ταπεινότητα και την αγαθότητα του τίμιου, του ειλικρινούς, που υπομένει ασθένεια, απόρριψη, αποτυχία, πένθος, κατηγορία, ειρωνεία και λοιπά. Η αγιότητα μπορεί ν’ αποτελεί μειοψηφία κι εξαίρεση, όμως υπάρχει. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και αποτελεί μεγάλη ελπίδα.

http://www.artionrate.com/index.php/artion-magazine/artion-kalesma/1395-uparxoume-gia-na-ginoume-agioi

Ο φόβος του Θεού ως θείο δώρο

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , , on July 1, 2015 by anazhtitis

cf86cebfceb2cebfcf83

Ο φόβος του Θεού δεν είναι προϊόν του νου ούτε καρπός νοησιαρχικής μελέτης αλλά δώρο θείο χαριζόμενο σε όσους ο ουράνιος Πατήρ «ελκύση προς εαυτόν» ( Βλ. Ιω. 6, 44). Αυτοί πάλιν δεν είναι άλλοι, παρά οι πιστεύοντες απολύτως στον “ελθόντα καλέσαι αμαρτωλούς προς σωτηρίαν” ( βλ. Ματ. 9, 13). Είναι αυτοί οι οποίοι αδίστακτα παραδέχονται την θεότητά του και την αλήθεια των εντολών του. Τότε γίνεται γνωστόν το σκοτάδι της αποστασίας και καταφαίνεται το οντολογικό βάθος της. Όποιος δεν αισθάνεται την αποστασία του κατ’ αυτόν τον τρόπο «αποθανείται εν ταις αμαρτίαις αυτού» (Ιω. 8, 24). Η έννοια και η αίσθηση της αμαρτίας συλλαμβάνεται και βιώνεται μόνον εκεί, όπου η σχέση του Θεού ως Δημιουργού και Κυρίου μετά του ανθρώπου ως κτίσματος έχει χαρακτήρα προσωπικό. Κάθε άλλη αίσθηση και ορισμός της αμαρτίας μαρτυρεί πεπλανημένη ιδέα και αντίληψη. Στη βίωση της προσωπικής σχέσεως και κοινωνίας μετά του Θεού η αμαρτία εντοπίζεται ως έγκλημα κατά της πατρικής αγάπης του Θεοί (βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς έστι, σελ. 31.). Είναι η αισθητή απομάκρυνση από τον Θεό διά της ροπής της θελήσεως προς τα πάθη, προς την διαστροφή. Γι’ αυτό ο φόβος του Θεού εκδηλώνεται με την περιεκτική εγκράτεια, η οποία είναι το όπλο κατά της φιλαυτίας. Οι Πατέρες μας, ως καθηγητές της μετανοίας, εντοπίζουν και αναλύουν την αυταπάρνηση και την φιλοπονία στις διάφορες βαθμίδες τους. «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» ( Ψαλμ. 110, 10). Ο φόβος αυτός είναι δώρον άνωθεν χαριζόμενο, και εμπεριέχει πνευματική αίσθηση πρώτον του Θεού και ακολούθως του εαυτού μας. Η ενέργεια του φόβου αυτού μας τοποθετεί ενώπιον της θείας κρίσεως, όπου αισθητώς σχεδόν ελεγχόμαστε από την παρουσία του Θεού για την ενοχή μας. Η διαπίστωση ότι επέσαμε τόσον χαμηλά γίνεται βαθύς πόνος και οδυνηρό μαρτύριο. Πνιγόμαστε στο σκοτάδι της αγνωσίας, διότι τα επικρατούντα πάθη φανερώνουν την επελθούσα αναισθησία. Ο φόβος λοιπόν αυτός είναι η αφύπνισή μας από την ένοχη ζωή και ταυτοχρόνως το φως της συνέσεώς μας.

Αφ’ ενός κατανοούμε τον όλεθρο τον οποίον έχουμε υποστεί και αφ’ ετέρου διαπιστώνουμε την αγιότητα και πραότητα του Θεού. Πόσο σημαντική είναι η ενέργεια του θείου φόβου, δεν χρειάζεται να το πούμε. Χωρίς την εξαγνιστική ενέργειά του δεν αποκαλύπτεται ο δρόμος προς την θεία αγάπη. Συνεπώς ο θείος φόβος δεν είναι μόνον αρχή σοφίας, αλλά και αρχή της αγάπης του Θεού. Μόνον έτσι η ψυχή συγκινείται στην επίγνωση της αμαρτωλής καταστάσεώς της και προσκολλάται στον Θεό ποθούσα να παραμένει κοντά του. Ο φόβος λοιπόν προκαλεί το θάμβος μας ενώπιον του αποκαλυπτομένου Θεού. Αισθανόμεθα ότι είμαστε ανάξιοι ενός τοιούτου Θεού και νοιώθουμε φρίκη ( βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Ένθ’ ανωτέρω, σελ. 34.)

Στην αρχήν της μετανοίας μας δεν υπάρχει άλλο αίσθημα έκτος από την οδύνη της ενοχής μας. Όταν παραμένουμε όμως ακλόνητοι στους όρους της μετανοίας, πλησιάζει ανεπαισθήτως το φως της χάριτος, αν και αθέατο, και πληροφορεί την εντός μας παρουσία του Θεού. «Ωδε η σοφία εστίν» ( Αποκ. 13, 18). Αν τηρούμε με ακρίβεια τους κανόνες και τις επιταγές του θείου φόβου, χωρίς τις παραποιήσεις του δικού μας θελήματος της φιλαυτίας και του εγωισμού, θα αρχίσει η πνευματική αύξηση «και θα φθάσουμε στην τελειότητα που μέτρο της είναι ο Χριστός» ( Εφεσ. 4, 13.). Η προαγωγή όμως αυτή στην πρακτική της μορφή παρουσιάζει δυσκολίες λόγω του κινδύνου από τον ολέθριο εγωισμό, ο οποίος ακολουθεί πάντοτε την εργασία της αρετής. Όπως η σκιά ακολουθεί το σώμα, έτσι και την έννοια του καλού ακολουθεί ο λογισμός της κενοδοξίας. Για την ασφάλεια των αγωνιζομένων επιτρέπει ο Θεός να φθάνουν σε απότομους και δύσβατους δρόμους, οι οποίοι φαίνονται κατ’ επήρειαν του εχθρού εξαντλητικοί και για τον νου και για το σώμα, «ίνα μη τα υψηλά φρονούν». Είναι τρόπον τινά «ένα αγκάθι στο σώμα για να τους ταλαιπωρεί για να μην υπερηφανεύονται» (βλ. Β’ Κορ. 12, 7).

Γέροντος Ιωσήφ, «Αθωνική Μαρτυρία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 2, εκδ. Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, σ. 11-17

http://www.vatopedi.gr/

Διαβάστε εδώ το μήνυμα του Αρχιεπισκόπου Αμερικής κ. κ. Δημητρίου για την πίστη και την ελπίδα που πηγάζει από το Θεό της Ορθοδοξίας.

Tο Άγιον Όρος είναι τόπος ξεχωριστός..

Posted in Uncategorized with tags , , , , , on February 14, 2014 by anazhtitis

Sub 3

H ιδιαιτερότητά του όμως δεν είναι ιδιορρυθμία. Aπλώς είναι μοναδικότητα. Mια μοναδικότητα που δικαιολογεί την μυστική διαφορετικότητα των τρόπων, της ζωής, του πνεύματος. Tο περιβάλλον, η φύση, τα κειμήλια, ο χρόνος, οι συνήθειες, η μορφή της λατρείας γεννούν ένα μοναδικά θαυμαστό δημιούργημα που λέγεται «αγιορείτης μοναχός». Η φυσικότητα της ζωής, η αυθεντικότητα της πίστεως, η πηγαιότητα των αισθημάτων, η υπερβατικότητα της λογικής, η ετερότητα των εκφράσεών του σε κάνουν να νοιώθεις κοντά του, διαφορετικός αλλά συγγενής, ανθρώπινος αλλά με θεϊκές προοπτικές, μικρός αλλά παρηγορημένος, με δέος αλλά οικείος. Δίπλα του συγχωρείς, πιστεύεις, παραμυθείσαι, ελπίζεις. Zεις την θεϊκή εμπειρία, την αιωνιότητα, το θαύμα, την χάρι του Θεού. Δίπλα του ποθείς την αγιότητα. Tον βλέπεις― κυριαρχείται από την «καινότητα της γνώσεως», χρησιμοποιεί την διάλεκτο των «ετέρων γλωσσών», αξιούται του «μυστικού θεάματος» και απολαμβάνει τα «ξένα ακούσματα». Δίπλα του ζεις. Στο Άγιον Όρος ζεις το άγιο Πνεύμα.
Ακόμη και σήμερα…

Μωυσής Αγιορείτης: Η σύγχρονη πνευματικότητα του Αγίου Όρους

Posted in Uncategorized with tags , , , on September 12, 2013 by anazhtitis

agioreites.agioi

 

Πιστεύουμε ότι η αγιότητα στο Άγιον Όρος από της συστάσεώς του έως σήμερα δεν διεκόπη ποτέ. Οι κρίκοι της ιερής αυτής αλυσίδας δεν διεράγησαν καθόλου στην υπερχιλιόχρονη ιστορία του. Τον 20ο αιώνα έχουμε την ανάδειξη επιφανών Αγιορειτών οσίων:
Πρώτα τους Ιβηρίτες ιερομάρτυρες Ευδόκιμο που μαρτύρησε στο μετόχι της μονής του από τους Τούρκους στα Καλύβια Μαλγάρων της Α. Θράκης, στις 4.7.1913,
Γαβριήλ και Αρκάδιο, που μαρτύρησαν τον Σεπτέμβριο του 1922 στις Κυδωνίες της Μ. Ασίας.
Τους αναγνωρισμένους οσίους Γαβριήλ τον Δικαίο της Παντοκρατορινής Σκήτης του Προφήτου Ηλιού, που εκοιμήθη οσιακά στις 19.10.1901.

 

Τον Ρώσο Αριστοκλή, αδελφό της μονής Αγίου Παντελεήμονος και οικονόμο της μονής του στη Μόσχα, γνωστό για την ασκητικότητά του, τη φιλανθρωπία του και τα πλούσια χαρίσματα της προοράσεως και της θαυματουργίας. Η οσιακή κοίμησή του συνέβη στις 24.8.1918 στο κελλί του της Μόσχας. Το τίμιο λείψανό του φυλάγεται στο μετόχι συνεχίζοντας να θαυματουργεί.

 

Τον επίσης Ρώσο Σιλουανό, αδελφό και αυτόν της μονής Αγίου Παντελεήμονος. Η ταπείνωση, η θερμή προσευχή, η διάκριση, η χάρη των λόγων και των έργων του τον χαρακτηρίζουν. Η ωραία βιογραφία του, χάρη του εξαιρετικού του μαθητού Γέροντος Σωφρονίου, γνώρισε πολλές εκδόσεις και μεταφράσεις κι επηρέασε σημαντικά πολλούς. Εκοιμήθη στη μονή του στις 24.9.1938.

 

Τον Σάββα της Καλύμνου, που νέος πήγε στο Άγιον Όρος από την Ηράκλεια της Α. Θράκης. Ασκήτεψε στη σκήτη της Αγίας Άννης, όπου έμαθε βυζαντινή μουσική και αγιογραφία, κατόπιν στα Ιεροσόλυμα, την Αίγινα, όπου έγινε ενταφιαστής του αγίου Νεκταρίου, πρώτος εικονογράφος του και διάδοχός του. Κατέληξε στην Κάλυμνο, όπου ίδρυσε τη μονή των Αγίων Πάντων, ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση και δίδαξε κυρίως με το ασκητικό παράδειγμά του. Εκοιμήθη οσιακά εκεί το 1948. Το άφθαρτο λείψανό του θαυματουργεί μέχρι σήμερα.
Στο Άγιον Όρος έζησε και ο Σέρβος άγιος Νικόλαος επίσκοπος Ζίτσης και Αχρίδος (+1956) και ο Ρώσος Κούξα της Οδησσού (+1964).
Η πνευματικότητα του Αγίου Όρους φαίνεται από το πλήθος εναρέτων Γερόντων σε όλο τον εικοστό αιώνα. Αξιόλογοι ηγούμενοι κοσμούν τους θρόνους των κοινοβίων.
Μεταξύ αυτών διακρίνονται: Νεόφυτος Σιμωνοπετρίτης από τα’ Αλάτσατα της Μ. Ασίας, νέος κτήτορας της τολμηρότερης οικοδομής του Αγίου Όρους, δραστήριος, φιλόθεος και φιλάνθρωπος, που εκοιμήθη το 1907 μετά από 45 ετών ευδόκιμη ηγουμενία.
Συμεών Γρηγοριάτης (+1905) ο Πελοποννήσιος, κτήτορας και αυτός της μονής του Γρηγορίου μ’ ενάρετο βίο και θεάρεστη πολιτεία.
Μάρκος Διονυσιάτης ο Κρητικός (+1938), ο οποίος χαρακτηρίζεται «στόλισμα της μονής, άγαλμα αρετής, αγωνιστής εις το έπαρκον».
Ο Κορδάτος Καρακαλληνός ο Μικρασιάτης (+1940) ήταν ένας μεγάλος ασκητής κοινοβιάτης, χαρισματούχος κοινοβιάρχης, διακριτικός πνευματικός, ελεήμων, σεμνός και ταπεινός.
Εξέχων Αγιορείτης ηγούμενος υπήρξε ο λίαν ενάρετος Μικρασιάτης ηγούμενος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης (+1957), ο οποίος διακρίθηκε ως άριστος πνευματικός.
Σπουδαίος από κάθε άποψη ηγούμενος ήταν ο θεοτοκοφιλής κι ευκατάνυκτος Αθανάσιος Γρηγοριάτης (+1951) όπως και ο άκακος, πράος, φιλακόλουθος και φιλάδελφος, όντως Φιλάρετος ο Κωνσταμονίτης (+1963).
Ο Κεφαλλονίτης Αγιοπαυλίτης ηγούμενος Σεραφείμ (+1960) αγάπησε υπερβολικά τη μονή του και το Άγιον Όρος.
Μαζί με το Βησσαρίωνα τον Γρηγοριάτη (+1974) και τον πολυσέβαστο Γαβριήλ Διονυσιάτη (+1983) εξεπροσώπησαν επαξίως και επιτυχώς το Άγιον Όρος σε πολλές ιεροκοινοτικές επιτροπές και σημαντικές αποστολές. Ο Γέροντας Γαβριήλ άφησε εποχή σοβαρού, συνετού, σώφρονος σεμνού ηγουμένου, όπως και ο διάδοχός του Χαράλαμπος.
Στη χορεία των εκλεκτών αυτών ηγουμένων δυνάμεθα να προσθέσουμε και τους επιζώντες:
Εφραίμ Φιλοθεΐτη, 
Βασίλειο Σταυρονικητιανό-Ιβηρίτη, 
Αιμιλιανό Σιμωνοπετρίτη, 
Γεώργιο Γρηγοριάτη, 
Αλέξιο Ξενοφωντινό, 
Γρηγόριο Δοχειαρίτη και 
Εφραίμ Βατοπεδινό, 
οι οποίοι μαζί με τις συνοδείες τους επάνδρωσαν μονές που έπασχαν από λειψανδρία και δημιούργησαν μια αναγέννηση του σύγχρονου αγιορείτικου μοναχισμού.
Στη διάρκεια του εικοστού αιώνος έχουμε και μια σειρά μακαριστών Αγιορειτών Γερόντων, μεταξύ των οποίων διακρίνονται:
Ο χαρισματούχος πνευματικός Σάββας ο Μικραγιαννανίτης (+1908),
ο μεγάλος ασκητής της Πάτμου Θεόκτιστος Εσφιγμενίτης (+1917),
ο εξαίρετος πνευματικός Ιγνάτιος ο Κατουνακιώτης (+1927),
ο ιδρυτής του φιλόξενου, φιλάρετου, αγιογραφικού και μουσικού οίκου των Δανιηλαίων Γέροντας Δανιήλ ο Κατουνακιώτης ο Σμυρναίος (+1929),
ο φιλοκαλικός Γέροντας Καλλίνικος ο Ησυχαστής ο Κατουνακιώτης (+1930),
το τέκνο της υπακοής και της πρόθυμης διακονίας μοναχός Ισαάκ ο Διονυσιάτης (+1932),
ο νηπτικός Ρώσος ασκητής Θεοδόσιος ο Καρουλιώτης (+1937),
ο θεοτοκοφιλής και φιλάγιος Ιωακείμ Σπετσιέρης ο Νεοσκητιώτης (+1943),
ο άκρος νηστευτής Γέροντας Ευλόγιος Χατζηγιωργιάτης του  Παντοκρατορινού Κελλίου του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου (+1948),
ο ευλαβέστατος μακρυγένης ιερομόναχος Ιωακείμ Αγιαννανίτης (+1950),
ο λίαν ασκητικός Ρώσος ιερομόναχος Παρθένιος Καρουλιώτης (+1959),
το στρουθίο του ουρανού μοναχός Φιλάρετος Καρουλιώτης (+1962),
ο πρώην πρίγκηπας, νηπτικός ιερομόναχος Ρώσος Νίκων Καρουλιώτης (+1964),
ο Κρητικός κυνηγός του Θεού Γέροντας Αβιμέχελ Μικραγιαννανίτης (+1966),
ο δια Χριστόν σαλός μοναχός Γεώργιος Βατοπεδινός (+1966),
ο τρισχαριτωμένος και γλυκύς ιερομόναχος Ρώσος Τύχων Σταυρονικητιανός και Καψαλιώτης (+1968),
ο σοφός Σέρβος ασκητής Γεώργιος Βίτκοβιτς, που εκοιμήθη νέος στο Παλιομονάστηρο (+1972),
ο βαθύς γνώστης όλης της Αγίας Γραφής και ανυπόδυτος Αββακούμ ο Λαυριώτης (+1978),
ο υπέροχος και πάντοτε χαρίεις Ρουμάνος μοναχός Ενώχ ο Καψαλιώτης (+1979),
ο κρυφός ασκητής Μύρων ο Σέρβος ο Χιλανδαρινός (+1980),
ο θεατής του ακτίστου φωτός Αυξέντιος ο Γρηγοριάτης (+1981),
ο σπουδαίος αγωνιστής μοναχός Συμεών ο Ξενοφωντινός (+1983),
ο μυστικός εργάτης της αρετής Νήφων ο Κωνσταμονίτης (+1985),
ο υπέροχος και καθαρός ασκητής Δανιήλ Κερασιώτης (+1986),
ο μεγάλος αγωνιστής και δια Χριστόν σαλός Ρουμάνος Ηρωδίων Καψαλιώτης (+1990),
ο πασίγνωστος και πλούσια χαρισματούχος ιερομόναχος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (+1991),
ο φιλοκαλικός, βιωματικός και εξαίρετος αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Σαχάρωφ (+1993), του οποίου τα έργα βοήθησαν πολλούς πολύ,
ο μακαριστός και λαοφίλητος Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994), του οποίου ο βίος και οι λόγοι ωφέλησαν πλήθη πιστών,
ο εξαιρετικός άνθρωπος του Θεού, διδάσκαλος της υπακοής και της προσευχής ιερομόναχος Εφραίμ Κατουνακιώτης (+1998) και αρκετοί άλλοι.
Στον εικοστό αιώνα είχαμε και αρκετούς λόγιους Αγιορείτες:
Μοναχός, συγγραφέας, εκδότης και βιβλιοπώλης Ζωσιμάς ο Εσφιγμενίτης (+1902),
μοναχός Νείλος Σιμωνοπετρίτης (Μητρόπουλος) (+1911) βιβλιόφιλος, βιβλιοθηκάριος και γραμματεύς της Ιεράς Κοινότητος,
ιερομόναχος Παύλος Ξηροποταμηνός (+1920) συγγραφέας και μεταφραστής,
ιεροδιάκονος Κοσμάς Αγιοπαυλίτης (Βλάχος) (+1920), συγγραφέας και Επίτροπος του Αγίου Όρους στη Θεσσαλονίκη,
ιερομόναχος Χρυσόστομος Διονυσιάτης (+1933) πολύγλωσσος και καθηγητής,
ιερομόναχος Σωφρόνιος Κατουνακιώτης (+1934), εκδότης, ιεροκήρυκας και ανακαινιστής μονής στη Σκόπελο,
ιερομόναχος Γεράσιμος Εσφιγμενίτης (Σμυρνάκης) (+1935), συγγραφέας του περίφημου βιβλίου «Το Άγιον Όρος», που εκοιμήθη στην Πάτμο,
ιερομόναχος Σπυρίδων Λαυριώτης (Καμπανάος) (+1940) ιατρός, αρθρογράφος και βιβλιόφιλος,
ιερομόναχος Χριστόφορος Δοχειαρίτης (Κτενάς) (+1941), αρχιγραμματεύς της Ι. Κοινότητος και συγγραφέας,
ιερομόναχος Αθανάσιος Παντοκρατορινός (+1959), ο εκλεκτός σχολάρχης της Αθωνιάδος Σχολής, ιερομόναχος Αθανάσιος Ιβηρίτης (+1973), ιεροκήρυκας, μελετηρός και καλός βιβλιοθηκάριος, μοναχός Παύλος Λαυριώτης (Παυλίδης) (+1980) ιατρός και συγγραφέας πολλών ανέκδοτων χειρογράφων του,
μοναχός Θεοδόσιος Αγιοπαυλίτης (+1987), συγγραφέας, εκδότης, βιβλιοθηκάριος και συλλέκτης, μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης (+1991), συνθέτης δύο χιλιάδων ιερών ακολουθιών, ο μεγαλύτερος υμνογράφος των τελευταίων αιώνων,
ιερομόναχος Άνθιμος Αγιαννανίτης (+1996) συγγραφέας ψυχωφελών βιβλίων,
Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης (+2006) ο πολυγραφώτερος συγγραφέας των τελευταίων χρόνων, εκδότης, επιστολογράφος και ομιλητής και άλλοι.
Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης και Ησυχαστής (+1959) με την εκλεκτή συνοδεία του αναθέρμανε την ησυχαστική αθωνική παράδοση και οι υποτακτικοί του επάνδρωσαν και επανακοινοβιοποίησαν μονές, καλλιεργώντας και την ευχή του Ιησού. Τα βιβλία και οι λόγοι των μακαριστών Γερόντων Γαβριήλ και Θεοκλήτου Διονυσιατών, Σωφρονίου Σαχάρωφ, Παϊσίου Αγιορείτου, Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Εφραίμ Κατουνακιώτου και Ιωσήφ Βατοοπεδινού, ως και των ζώντων Βασιλείου Ιβηρίτου, Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου και Γεωργίου Γρηγοριάτου φανέρωσαν τον πλούτο της αθωνικής πνευματικότητος στον σύγχρονο κόσμο. Η απρόσμενη επάνδρωση του Αγίου Όρους, η επανακοινοβιοποίηση όλων των μονών του, η πιστή τήρηση της θείας λατρείας δια των αρχαίων τυπικών, η ζωή της αέναης προσευχής, η βυζαντινή ψαλμώδηση από παραδοσιακούς ιεροψάλτες, η συγγραφή βιβλίων, η συντήρηση κειμηλίων, η φιλοξενία πλήθους πιστών, η μυστική καλλιέργεια της αρετής, η διατήρηση των αρχαίων μοναχικών θεσμών, η ανακαίνιση των εξαιρετικών αρχιτεκτονημάτων, η ταπεινή άσκηση και η συνεχής θερμή δέηση υπέρ σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου αποτελούν μαζί τη σύγχρονη πνευματικότητα του Αγίου Όρους.
Πηγή: paterikakeimena.blogspot.gr